Η τερατογένεση του φασισμού και η αναγεννητική πορεία της ΑριστεράςΤρίτη 8 Οκτωβρίου 2013
Τα δύο άκρα: Αυτοί και Εμείς
Η τερατογένεση του φασισμού και η αναγεννητική πορεία της ΑριστεράςΠαρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013
Η συνωμοσιολογία εκδικείται: ποιος άραγε ωφελείται από τα άρθρα των Τ. Φωτόπουλου και Γ. Δελαστίκ;
Του Δ. Ψαρρά Την ώρα που το σύνολο σχεδόν των μέσων ενημέρωσης αποκαλύπτει την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, διατυπώνεται μια ισχυρή ένσταση και μάλιστα από τα «αριστερά». Δύο γνωστοί αρθρογράφοι, στρατευμένοι στη δική του ο καθένας εκδοχή της Αριστεράς, προσφέρουν την ανάλυσή τους ως σωσίβιο στη ναζιστική οργάνωση, εν ονόματι της βαθιάς, υποτίθεται, αντίθεσής τους στο «σύστημα».
Άρθρο του Γιώργου Δελαστίκ
Εξαιρετική ενόχληση προκάλεσε στη κυβέρνηση το άρθρο στο Πριν με τίτλο “ΕΕ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ απειλούν την δημοκρατία”. Ο λόγος ήταν ότι το άρθρο δεν περιοριζόταν στο προφανές, την ενοχή της Χρυσής Αυγής στη δολοφονία του αντιφασίστα αγωνιστή Παύλου Φύσσα, στην Αμφιάλη. Δεν υπάρχουν αριστεροί ή προοδευτικοί άνθρωποι, ακόμη και αρκετοί δεξιοί, που να μην γνωρίζουν πως δρουν τα ακροδεξιά, φασιστικά και νεοναζιστικά κόμματα, στα οποία προφανώς ανήκει και η Χρυσή Αυγή. Έχουν την βία, συμπεριλαμβανομένων και των δολοφονιών πολιτικών τους αντιπάλων ή κοινωνικών ομάδων που στοχοποιούν, τόσο ως ιδεολογία όσο και ως πρακτικό τρόπο άσκησης της πολιτικής τους. Αναφορικά με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής αυτονόητο είναι για τους αναγνώστες του Πριν ότι όχι μόνο αυτή διαμορφώνει τα μέλη της σε παρακρατικό στρατό επίδοξων δολοφόνων αλλά και δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό να κάνει όλη την βρόμικη δουλειά για το σύστημα το βαθύ κράτος και διάφορα κέντρα εξουσίας που υποκρίνεται ότι πολεμά. Υπάρχει αριστερός που να αμφιβάλλει αν η ηγεσία μιας νεοναζιστικής οργάνωσης μπορεί αδίστακτα να διατάξει μέλη της ακόμη και να δολοφονήσουν κάποιον είτε με δική της πρωτοβουλία είτε εκτελώντας εντολές άλλων κέντρων, πολιτικών ή επιχειρηματικών;
Δεν ενόχλησε όμως το άρθρο του Πριν την κυβέρνηση επειδή δεν στάθηκε στα εντελώς αυτονόητα και κοινότοπα για τους αναγνώστες του χαρακτηριστικά της Χρυσής Αυγής. Την ενόχλησε επειδή προχώρησε πέρα από το προφανές των πολιτικών και ποινικών ευθυνών της Χρυσής Αυγής και έθεσε επί τάπητος το θέμα ότι η Χρυσή Αυγή δρα εγκληματικά και με δική της πρωτοβουλία αλλά και κατόπιν εντολών από άλλα κέντρα εξουσίας. Ενοχλεί εντονότατα την κυβέρνηση η επισήμανση ότι πρέπει να δούμε αν ο χρυσαυγίτης δολοφόνος έδρασε κατ’ εντολήν της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής ή αν εκτελούσε διαταγή άλλων κέντρων η οποία διαταγή φυσικά πέρασε μέσα από την ηγεσία της Χρυσής Αυγής. Όταν τώρα αποδεικνύεται ότι πληθώρα αστυνομικών συγκάλυπταν την δράση της Χρυσής Αυγής και γι’ αυτό καθαιρούνται από την κυβέρνηση (ανεξαρτήτως των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Σαμαρά που τώρα αποκαλύπτει κάποιους από τους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ που έκαναν στραβά μάτια στη δράση της Χρυσής Αυγής) καθόλου παράδοξη δεν είναι η επισήμανση αυτή και καμιά συγκάλυψη δεν προσφέρει στην Χρυσή Αυγή.
Το άρθρο του Πριν δεν ενοχλεί την κυβέρνηση Σαμαρά γενικά κι αφηρημένα. Την ενοχλεί επειδή η κυβέρνηση έχει ήδη οργανώσει κι επιχειρεί τώρα να επιβάλει ένα νέο πλαίσιο πολιτικής δράσης, σαφώς πιο αυταρχικό, προκειμένου να αντιμετωπίσει την διαρκώς ογκούμενη λαϊκή οργή εναντίον της.
Ο Σαμαράς δια στόματος Λαζαρίδη είπε ότι το συμπέρασμα απο τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ “παραμένει εκτός συνταγματικού τόξου”. Ο Βενιζέλος προσπάθησε να πασάρει την θεωρία ότι η δολοφονία στο Κερατσίνι ήταν δήθεν …εσωτερική διαμάχη στο πλαίσιο του “αντιμνημονιακού τόξου” όπου ένας κατά την ορολογία του Βενιζέλου, “ακροδεξιός αντιμνημονιακός” έσφαξε έναν “δήθεν νεοριζοσπάστη αντιμνημονιακό”! Καθόλου καθησυχασμένοι για τις προθέσεις της κυβέρνησης δεν μπορούμε να αισθανόμαστε, όταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, Μάκης Βορίδης, αναρωτιέται δημοσίως από τα έδρανα της Βουλής, αν το ΚΚΕ ανήκει στο “συνταγματικό τόξο”. Εντονότατη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι ειδικοί φρουροί της αστυνομίας στρέφονται με ανακοίνωσή τους εναντίον της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να καλύψουν συνάδελφό τους που πυροβόλησε στο ταβάνι καφετέριας της Δάφνης.
Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου ονειρεύεται και μεθοδεύει προφανώς επιστροφή στην δεκαετία του 1950 τότε που όποιος τολμούσε να αντισταθεί στη κυβερνητική πολιτική της Δεξιάς υφίστατο ανηλεείς αστυνομικές, δικαστικές ή επαγγελματικές διώξεις.
Γιώργος Δελαστίκ 26.09.13
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013
Δύο απόψεις για το ζήτημα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και τη χρυσή αβγή
Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013
Τρίτη 9 Απριλίου 2013
19ο Συνέδριο ΚΚΕ: Το μοναστήρι να είναι καλά ή σύγχρονη κομμουνιστική Αριστερά;
Κλειδώνω, αμπαρώνω, ο κλέφτης μέσα είναι. Την επόμενη Κυριακή το βράδυ, η ηγεσία του ΚΚΕ θα πανηγυρίζει ότι το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ επικύρωσε με συντριπτική πλειοψηφία τις Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής. Καμία έκπληξη. Τα συνέδρια στο παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα σχεδόν πάντα έληγαν με την ανακοίνωσή τους. Αλλά αυτή τη φορά, μέσα σε μια κρίση ιστορικού χαρακτήρα του καπιταλισμού, που δοκιμάζει όλες τις πολιτικές δυνάμεις, η αμφισβήτηση, μαζί με τα αμείλικτα ερωτήματα που θέτει η ταξική πάλη, θα εισβάλουν ξανά και ξανά μέσα στις όχι και τόσο συμπαγείς γραμμές του ΚΚΕ.Ριζοσπαστική Αριστερά: όχι άλλα κόλπα και υπεκφυγές!

Tου Παναγιώτη Σωτήρη
- Ζήτημα πρώτον: Μέσα στο ευρώ δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας. Πλέον έχουν καταρρεύσει και οι τελευταίες αυταπάτες περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» επειδή θα άλλαζαν οι «πολιτικοί συσχετισμοί» στην ΕΕ, καθώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, μεσοπρόθεσμα στο ευρωπαϊκό κέντρο. Επιπλέον, φάνηκε ότι δεν υπάρχει η λογική «too big to fail», καθώς και η ΕΕ και το ΔΝΤ έχουν ήδη προετοιμαστεί ακόμη και για επιλεκτικές χρεοκοπίες χωρών του Νότου, όπως έδειξε και η πρόβα τζενεράλε στην Κύπρο. Τέλος, κανείς δεν μπορεί καν να ψελλίζει τη λέξη «επαναδιαπραγμάτευση» από στιβαρή θέση εντός ευρώ, όταν το μετέωρο ΟΧΙ της Κύπρου το ακολούθησε ακόμη πιο ταπεινωτική επίθεση. Ή μια χώρα και ένα κίνημα είναι αποφασισμένο να κάνει το βήμα της πλήρους ρήξης με το ευρώ και το «ευρωπαϊκό σχέδιο» ή θα υφίσταται τις συνέπειες.
- Ζήτημα δεύτερον: Δεν χρειαζόμαστε μόνο νομισματική πολιτική. Όσο σημαντική και απόλυτα αναγκαία αφετηρία και εάν είναι η επιστροφή, εδώ και τώρα, σε εθνικό νόμισμα και η ανάκτηση δημοκρατικού ελέγχου στη νομισματική πολιτική, άλλο τόσο ισχύει ότι δεν αρκεί. Χωρίς πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, χωρίς μια άλλη αφήγηση για τις ρήξεις και τις ανατροπές που απαιτούνται, στην παραγωγή και την κατανάλωση, στη διοίκηση και το δημόσιο, στις αξίες και την ηθική της κοινωνίας, η τομή με την ευρωζώνη θα παραμένει ένα μετέωρο βήμα.
- Ζήτημα τρίτον. Η εθνική ανεξαρτησία καθίσταται ζήτημα κλειδί. Όπως συμβαίνει με όλες τις εν δυνάμει επαναστατικές συγκυρίες, η διαλεκτική εθνικού και διεθνικού αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα. Σήμερα η Ελλάδα υποβαθμίζεται στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, βρίσκεται – εάν δούμε και τις εξελίξεις στην Κύπρο – μέσα σε ένα κουβάρι ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, εσωτερικεύει πιέσεις και αντιφάσεις. Η ρήξη με όλα αυτά καθίσταται αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης και της ρήξης με όλες τις εκδοχές του ατλαντισμού (ΝΑΤΟ κ.λπ.) σε πείσμα του όψιμου φιλοαμερικανισμού τμήματος της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, και στο βαθμό που σήμερα δεν υπάρχουν εναλλακτικά κέντρα μέσα στο διεθνές σύστημα που να συνιστούν υλικές μορφές συμμαχίας, οι δρόμος δεν μπορεί παρά να είναι δρόμος κατά το δυνατόν αυτάρκειας, «στηρίγματος στις δικές μας δυνάμεις», ανασημασιοδότησης της εθνικής ανεξαρτησίας ως στρατηγικής αντίστασης, επιβίωσης και δημοκρατίας ενός νέου «ιστορικού μπλοκ» των υποτελών τάξεων. Η νικηφόρα ρήξη θα είναι ο δικός μας διεθνισμός.
- Ζήτημα τέταρτο. Χωρίς αναμέτρηση με την εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα ανατροπή της μνημονιακής καταστροφής. Η λογική που λέει ότι η Αριστερά είναι «αντιπολίτευση» και εκβιάζει αστικές κυβερνήσεις, ανήκει στην προηγούμενη φάση της ταξικής πάλης στον τόπο μας. Οι αναλώσιμες και ανακυκλώσιμες «κυβερνήσεις» της μνημονιακής επιτροπείας δεν εκβιάζονται από το κίνημα, παρά μόνο από την Τρόικα. Χρειαζόμαστε κυβερνητική εξουσία που να εκπροσωπεί ένα αριστερό πρόγραμμα και κοινωνικές δυναμικές. Επομένως, αντί να ξορκίζουμε την «αριστερή κυβέρνηση» είναι πολύ προτιμότερο να στρωθούμε και να πούμε τι περιλαμβάνει. Να μιλήσουμε για το πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση που πρέπει να έχει, πέραν της αναγκαίας ρήξης με ευρώ και ΕΕ, για τις μορφές λαϊκής αντιεξουσίας, αυτοοργάνωσης, αυτοδιαχείρισης που πρέπει να ξεδιπλωθούν, για τις αναγκαίες τομές με την ισχύουσα «νομιμότητα» της ιερότητας της ιδιοκτησίας και του «διευθυντικού δικαιώματος» και το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», για το πώς πρέπει να είναι μια «Συντακτική διαδικασία» που να μη γίνεται σε καμιά περίπτωση διαχείριση του υπάρχοντος με όπλο το «ρεαλισμό» και τον «πραγματισμό».
- Ζήτημα πέμπτο. Χρειαζόμαστε μια νέα αντίληψη του πολιτικού και κοινωνικού μετώπου. Δεν αρκεί απλώς η προσπάθεια «εκπροσώπησης» κοινωνικών δυναμικών όπως δοκιμάζουν να κάνουν σήμερα όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς, προφανώς με διαφορετικές γραμμές και άνισα αποτελέσματα. Δεν μπορεί να υπάρξει μετασχηματισμός όσο στην πραγματικότητας οι μορφές σκέψεις, η κουλτούρα συζήτησης και πρακτικής, το στελεχιακό δυναμικό – σε όλες τις εκφάνσεις της σημερινής «υπαρκτής Αριστεράς» ανακυκλώνει όλες τις αντιφάσεις της Αριστεράς της ήττας και του στριμώγματος στη γωνία. Χρειαζόμαστε μια νέα διαλεκτική που να συνταιριάζει ισότιμα και αναγκαστικά αντιφατικά την ιστορικότητα, το βάθος και την επικαιρότητα της αντικαπιταλιστικής και σε τελική ανάλυση κομμουνιστικής αναφοράς με όλο τον πλούτο των εμπειριών, των πρακτικών, των μορφών οργάνωσης, των πειραμάτων (αυτοδιαχείρισης, δημοκρατίας, αλληλεγγύης) που έφερε το κίνημα. Που να παράγει γνώση, πρόγραμμα, προτάσεις, συλλογική ευφυΐα. Με νέες οργανωτικές πρακτικές, με αναβαθμισμένη κουλτούρα διαλόγου, με νέα κομματικότητα, μακριά από τη λογική του ψηφοφόρου, του αφισοκολλητή, του οπαδού. Ένα μέτωπο ταυτόχρονα ενωτικό και διάχυτο, συγκροτημένο και «δικτυακό», πειθαρχημένο και ανυπάκουο. Ικανό να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία, αλλά και να οικοδομήσει τους θεσμούς «αντι-εξουσίας», ξεκινώντας από την οικοδόμηση της «παράλληλης κοινωνίας» του αγώνα, της αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης.
Τρίτη 12 Μαρτίου 2013
Το εργατικό κίνημα, τα συνδικάτα και η οργάνωση από τα κάτω
Η κρίση των συνδικάτων προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης
Είναι κοινή πλέον η αντίληψη για τις τεράστιες ευθύνες και τη χρεοκοπία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Όχι μόνο των τριτοβάθμιων οργανώσεων, της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, που έχουν καταστεί παντελώς ανυπόληπτες, αλλά όλης εκείνης της πορείας μετασχηματισμού των πρωτοβάθμιων συνδικάτων σε φορείς κοινωνικής ειρήνης, κλαδικές ενώσεις με αποκλειστικά κλαδικά αιτήματα, που αναπαρήγαγαν στο εσωτερικό τους την αστική δημοκρατία, με ισόβιους συνδικαλιστές που «συνδιοικούσαν» επιχειρήσεις ή δημόσιους οργανισμούς, κάνοντας τη διαδρομή από τα συνδικαλιστικά οφίκια στα βουλευτικά έδρανα να μην προξενεί πλέον καμία έκπληξη ή κατακραυγή.
Αν όλα τα παραπάνω είναι κοινός τόπος, τόσο για τον κόσμο της Αριστεράς όσο και για την πλειονότητα του κόσμου της εργασίας πλέον, τόσο κοινός τόπος θα ’πρεπε να είναι και το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο, και με την κοινωνική καταστροφή που έχει επέλθει, η συζήτηση δεν μπορεί να στριφογυρίζει ακόμη γύρω από το πόσο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τα συνδικάτα που ελέγχει δεν στάθηκαν στο ύψος τους.
Έχω την αίσθηση ότι η χρεοκοπία της γραφειοκρατίας συζητιέται από την Αριστερά δυσανάλογα πολύ σε σχέση με το τι κάνει η ίδια. Είναι σαν να πιστεύουμε ότι η δική τους χρεοκοπία θα πείσει τον κόσμο να έρθει με μας. Υπάρχει όμως πάντα και η περίπτωση, και αυτό συμβαίνει ως τώρα, απλώς να απομακρύνει τον κόσμο από τα σωματεία εν γένει.
Άλλωστε, μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια οι συσχετισμοί, τουλάχιστον σε πολλά πρωτοβάθμια, έχουν ήδη αλλάξει προς όφελος της συνδικαλιστικής Αριστεράς. Άρα το πραγματικό ερώτημα είναι ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, αν δεν θέλουμε να γίνουμε το αγωνιστικό κομμάτι του ίδιου παζλ.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία χρεοκόπησε. Εμείς τι κάνουμε;
Δύο είναι οι κυρίαρχες απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα: Η πρώτη είναι η αλλαγή των συσχετισμών. Να «καταλάβουμε» τα συνδικάτα. Να πάρει την πλειοψηφία η Αριστερά, όχι μόνο στα πρωτοβάθμια, αλλά ει δυνατόν και στις Ομοσπονδίες και τις Τριτοβάθμιες Οργανώσεις. Η δεύτερη είναι η αλλαγή των δομών. Να βγούμε έξω από αυτή τη δομή των συνδικάτων, να φτιάξουμε νέες μορφές και άλλες δομές που θα βρίσκονται μακριά από το συνδικαλισμό που χρεοκόπησε.Οι απαντήσεις αυτές, που ορίζουν και αντίστοιχες τάσεις μέσα στη συνδικαλιστική Αριστερά, είναι στην πραγματικότητα μερικές. Γιατί θεωρούν ως δεδομένο το πραγματικό ζητούμενο: ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙ; Τι σημαίνει σήμερα, σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες, ριζοσπαστική παρέμβαση των συνδικάτων (ή στα συνδικάτα) και αν μπορούμε να το επιτύχουμε.
Γι’ αυτό το λόγο θα περιορίσω την αναφορά μου από δω και πέρα στις περιπτώσεις των αγωνιστικών σωματείων και τη δράση της Αριστεράς, γιατί από τις δικές μας αδυναμίες και τα λάθη θα διδαχτούμε αν θέλουμε να αλλάξουμε την εικόνα.
Τα συνδικάτα σε ένα τοπίο που αλλάζει
Τα σημερινά συνδικάτα οικοδομήθηκαν σε ένα πολύ διαφορετικό τοπίο από αυτό που διαμορφώνεται τα τελευταία 3 χρόνια. Ιδιαίτερα η δεκαετία του ’80, με τις σημαντικές παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη και την υπαλληλία από τις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, μας κληροδότησε ένα θεσμικό πλαίσιο προστασίας του εργαζόμενου απέναντι στον εργοδότη, αλλά και συνδικαλιστικής ελευθερίας και δημοκρατίας στο συνδικαλισμό. Παρότι η δημιουργία μιας κάστας κυβερνητικών και εργοδοτικών συνδικαλιστών, αλλά και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας, το έκαναν στην πράξη ανενεργό, εντούτοις υπήρχε και χρησιμοποιήθηκε στο έπακρο από όλες τις τάσεις ριζοσπαστικού συνδικαλισμού, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’90 και μετά (που έχω και καλύτερη εικόνα). Ταυτόχρονα, το ίδιο πλαίσιο υπέβαλε και τη δομή των σωματείων. Αυτό επείχε μια σειρά από αποτελέσματα, ακόμη και στα αγωνιστικά σωματεία και το συνδικαλισμό που ασκούσε η Αριστερά:
· Καταρχάς, έναν ιδιότυπο λεγκαλισμό. Σε μεγάλο βαθμό τα σωματεία, ακόμη και τα πιο ριζοσπαστικά, πάλευαν πρώτα από όλα για την τήρηση της εργασιακής νομοθεσίας: το ωράριο, τη σύμβαση, τα δώρα, το μισθό, τις εργασιακές σχέσεις, τις συνθήκες εργασίας. Η διεκδίκηση της συλλογικής σύμβασης είχε συγκεκριμένο τρόπο: απεργία, προσφυγή στον ΟΜΕΔ (Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας), κήρυξη της σύμβασης ως υποχρεωτικής, πάλη για την εφαρμογή της. Ήταν ένας ιδιότυπος λεγκαλισμός, εκπορευόμενος από το γεγονός ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ο νομικός συσχετισμός βρέθηκε να είναι καλύτερος για τις δυνάμεις της εργασίας από τον πραγματικό ταξικό συσχετισμό.
· Τη συγκρότηση κατά κλάδο και τα δυνατά ομοιοεπαγγελματικά σωματεία. Οι διεκδικήσεις ήταν πάνω από όλα και για πολλά χρόνια κλαδικές. Δεν ξέρω αν ο κλαδικός συνδικαλισμός γέννησε το θεσμικό του πλαίσιο ή το ανάποδο, όμως γνωρίζουμε όλοι ότι ο διαχωρισμός κατά κλάδους και η ενασχόληση των σωματείων με «τα δικά τους θέματα» γέννησε τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των εργαζομένων που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον για να ξεδιπλωθεί και να πετύχει η επίθεση στους εργαζόμενους την τελευταία τριετία. Το γεγονός ότι τα σωματεία του δημόσιου τομέα ασχολιόντουσαν με τα δικά τους αιτήματα και όχι με την προστασία του κοινωνικού αγαθού που αφορούσε την κοινωνία. Το γεγονός ότι κλάδοι με ισχυρά ερείσματα (λχ γιατροί, μηχανικοί) μέσα από τις ισχυρές τους ενώσεις μπορούσαν να επιβάλλουν μια καλύτερη θέση για τους ίδιους, με αντάλλαγμα να μην αμφισβητήσουν ποτέ το ρόλο τους ή να μην ενδιαφερθούν για τους άλλους εργαζόμενους εντός του ίδιου εργασιακού χώρου. Δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η συνδικαλιστική Αριστερά, που μπορούσε να πετυχαίνει καλά εκλογικά αποτελέσματα σε αντίστοιχους συλλόγους (εν πολλοίς μικροαστικής σύνθεσης), χωρίς να προχωρά τα δύο βήματα ακόμη: πχ να πετυχαίνει καλές πλειοψηφίες στους γιατρούς, αλλά να μην ασχολείται με το πώς αυτό θα αντιστοιχηθεί στο σωματείο του νοσοκομείου που καλύπτει όλους τους εργαζόμενους ή πώς θα μεταφραστεί σε πάλη ενάντια στο «φακελάκι». Πολλές φορές ο εκλογικός συσχετισμός μέτραγε περισσότερο από τον όποιο μετασχηματισμό.
(Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο παραπάνω, διατυπώνοντας ένα ερώτημα που με βασανίζει για όσα χρόνια ασχολούμαι με τον συνδικαλισμό:πού τοποθετείται εκείνη η λεπτή γραμμή που χωρίζει το κλαδικό από το συντεχνιακό αίτημα, τον κλαδικό από τον συντεχνιακό αγώνα; Πόσο «μικρός» (και με τις δύο έννοιες) μπορεί τελικά να είναι ένας κλάδος; Πόσο επηρεάζει στον τρόπο που κι εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον κλαδικό συνδικαλισμό η μικροαστική σύνθεση της Αριστεράς;)
· Οι διεκδικήσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα μέλη του σωματείου.Αυτό είχε μία σειρά από πραγματικές συνέπειες στον ταξικό συσχετισμό: πλάι σε παραδοσιακά ισχυρούς συνδικαλιστικά κλάδους χτίστηκαν ολόκληρα πεδία καπιταλιστικής κερδοφορίας με εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα, ενοικιαζόμενους ή «μαύρους». Εκεί που γεννιόταν η νέα εργατική τάξη, απουσίαζαν τα συνδικάτα. Καταστρατηγούνταν το 8ωρο, κουρελιάζονταν οι συμβάσεις για τα μη μέλη των σωματείων, αυξανόταν η εκμετάλλευση της ημιαπασχόλησης των γυναικών, της εργασίας των μεταναστών. Για πολλά χρόνια υπήρχε ένα ορατό και ένα μη ορατό τμήμα της εργασίας: ο κόσμος των συνδικάτων βρισκόταν στο ορατό τμήμα και δεν επικοινωνούσε με τον μη ορατό κόσμο. Οι εργαζόμενοι που εκπροσωπούνται από κάποιο σωματείο αποτελούσαν μειοψηφία όχι μόνο στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, αλλά ακόμα και μέσα στον ίδιο χώρο δουλειάς, ήδη πριν την κρίση. Το δημόσιο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού πλάι στον μόνιμο υπάλληλο και μέλος του ισχυρού σωματείου, την ίδια δουλειά εκτελούσαν οκταμηνίτες συμβασιούχοι, ενοικιαζόμενοι, stage, συνήθως χωρίς καμία συνδικαλιστική εκπροσώπηση και συχνά σε αντιπαλότητα με τα σωματεία ή τις διεκδικήσεις των μονίμων. Υπάρχουν παραδείγματα κλάδων (και μάλιστα με ισχυρή παρουσία αριστεράς) που κέρδιζαν αύξηση της αμοιβής τους μέσω υπερωριών με αντάλλαγμα τις απολύσεις συμβασιούχων ή τις μη προσλήψεις νέου προσωπικού.
Αν δει κανείς τα πράγματα πιο ψύχραιμα, θα κατανοήσει ότι η συντριβή των εργασιακών κεκτημένων την τελευταία τριετία, δεν είναι παρά μια ήπια «προσαρμογή» της εργασιακής νομοθεσίας στον πραγματικό ταξικό συσχετισμό. Η μείωση των μισθών, η καταπάτηση του ωραρίου, η διάλυση κάθε δικαιώματος είχε προεπικυρωθεί στους χώρους δουλειάς πολύ πριν αποτυπωθεί αυτό και σε θεσμικό επίπεδο. Απλώς, τότε, δεν τους αφορούσε όλους…
Το ίδιο θα συμβεί το επόμενο διάστημα και με την αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον συνδικαλισμό. Παρότι ο Ν. 1264/82 δεν έχει αλλάξει ακόμη, στην πράξη έχει αναιρεθεί. Το δικαίωμα στην απεργία καταργείται στην πράξη με την επίταξη ακόμη και των απλήρωτων ναυτεργατών. Επανέρχεται το δικαίωμα του εργοδότη στο λοκ άουτ. Οι μαχητικοί συνδικαλιστές διώκονται ανοιχτά πλέον: συνδικαλιστές απολύονται, υπάρχουν πρωτοβάθμια σωματεία του ιδιωτικού τομέα των οποίων τα μέλη των Διοικητικά Συμβούλια δεν βρίσκουν πια δουλειά, ενώ απειλούνται και τα απλά μέλη με ένταξη σε «μαύρες λίστες». Στο δημόσιο, η προληπτική αργία με την κατηγορία της «ανάρμοστης συμπεριφοράς εντός και εκτός υπηρεσίας» έρχεται να ποινικοποιήσει κάθε πράξη αντίστασης ή ανυπακοής. Η μηδενική ανοχή εκδηλώνεται σε κάθε κινητοποίηση εργαζομένων, ακόμη και με συλλήψεις και δίκες συνδικαλιστών. Η λάσπη εκτοξεύεται εναντίον οποιουδήποτε δεν χειροκροτά την πολιτική της Τρόικας, ακόμη κι αν πρόκειται για τμήματα της γραφειοκρατίας. Το στήσιμο εργοδοτικών σωματείων είναι σε εξέλιξη τα ίδια ακριβώς χρόνια στα οποία χτυπιούνται όλοι οι εργατικοί αγώνες, κι έχει ήδη αποδώσει καρπούς: από τη χαλυβουργία στο Βόλο ως τα χρυσωρυχεία της Χαλκιδικής.
Με τις νέες ρυθμίσεις, άλλωστε, ο συνδικαλισμός των διαδρόμων δείχνει τα όριά του στον βαθύ πυρήνα του: την –έστω– διατήρηση των δικαιωμάτων των λίγων εργαζομένων που επέλεγε να εκπροσωπεί. Το κενό αυτό είτε θα καλυφθεί από την αναγέννηση διεκδικητικών σωματείων είτε θα γεμίσει με εργοδοτικά σωματεία και λόμπυ της εργατικής ή υπαλληλικής «αριστοκρατίας». Κι αυτό είναι μια μάχη που θα τη δώσει λυσσαλέα και η εργοδοσία.
Κωδικός: μετασχηματισμός
Οι ραγδαίες αλλαγές στο τοπίο μάς προκαλούν κι εμάς να αλλάξουμε! Άλλωστε, (θα ’πρεπε να) γνωρίζουμε πολύ καλά πως όλα αυτά που τώρα μας παίρνουν πίσω δεν ήταν παραχωρήσεις, ήταν κατακτήσεις. Δεν ήταν πάντοτε δεδομένο το οχτάωρο, ούτε η νομοθεσία για τις συλλογικές συμβάσεις και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες – για την ακρίβεια κατακτήθηκαν με αίμα. Ο συνδικαλισμός δεν ήταν πάντοτε «θεσμός της δημοκρατίας», για πολλά χρόνια ήταν απλώς παράνομος.
Η διάλυση κάθε εργασιακού τοπίου, όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, απαιτεί να ξαναγυρίσουμε στις απαρχές:
Καταρχάς, να ξαναδούμε κατάματα την ταξική πάλη και τον συσχετισμό δύναμης. Για παράδειγμα, η κατάργηση της συλλογικής σύμβασης δεν μας γυρνάει αναγκαστικά πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα: μας γυρίζει πίσω στον «καθαρό» ταξικό αγώνα, μας θυμίζει ότι το ύψος του μισθού ή η αποτροπή των απολύσεων κατακτιέται με τη σημερινή απεργία και διεκδίκηση, και όχι μέσα από τις θεσμικές κατακτήσεις που μας άφησαν με τους αγώνες τους οι παλαιότερες γενιές εργαζομένων.
Κατά δεύτερον, να ξαναδούμε τα συνδικάτα στην «καθαρή τους μορφή»: ως δομές συλλογικής οργάνωσης της πάλης της τάξης. Να στηθούν ή να αναγεννηθούν τα σωματεία, μέσα από την ανάγκη των ίδιων των εργαζόμενων να ενοποιήσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στον εργοδότη που τους εκμεταλλεύεται αρχικά, απέναντι στην ίδια την εκμετάλλευση τελικά. Μόνο που αυτή η οργάνωση από τα κάτω δεν είναι ούτε απλή, ούτε εξαντλείται στην πεπατημένη.
Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012
Σύγκρουση μέχρι το τέλος!
Με εγκύκλιο η κυβέρνηση ζητάει από τους δήμους λίστες εργαζομένων για να τους θέσει σε διαθεσιμότητα, να προχωρήσει σε μετατάξεις, μετακινήσεις. Μήπως οδηγούμαστε έτσι σιγά σιγά σε απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, ξεκινώντας από εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση;
Με το μεσοπρόθεσμο 2013-16, που ψήφισε οριακά η βουλή με 153 βουλευτές επιχειρείται μια πιο βάρβαρη, αντιδραστική τομή για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα, για τον χαρακτήρα που μέχρι τώρα γνωρίζαμε στην λεγόμενη τοπική αυτοδιοίκηση. Επιχειρούνται σημαντικές ανατροπές. Τις εισηγείται ένα υπουργείο που θέλει κατά επίφαση να λέγεται υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, αλλά στην πράξη πρόκειται για ένα υπουργείο απορρύθμισης και προώθησης αντιδραστικών ανατροπών, όπου στόχο έχει να διαλύσει ότι είχε απομείνει ως κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα και ως δημόσια διοίκηση.
Τα ελάχιστα στοιχεία που έχουν απομείνει ως κοινωνικό κράτος, το εργατικό κίνημα οφείλει να τα διεκδικήσει και να τα υπερασπιστεί, όχι ταυτιζόμενο με την μέχρι σήμερα δημόσια διοίκηση. Αγωνιζόμαστε, όχι για να υπερασπιστούμε ένα δημόσιο το οποίο φτιάχτηκε και λειτούργησε ως λάφυρο όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, όλων των κομμάτων και όλου του πολιτικού προσωπικού που ασκούσε εξουσία από την κεντρική διοίκηση ως την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά γιατί οι τομές και οι ανατροπές που φέρνει τώρα το μεσοπρόθεσμο αξιοποιούνται στην οικονομική κρίση, την πολιτική των μνημονίων, με τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής ένωσης και του ΔΝΤ. Μας φέρνει έναν αιώνα πίσω. Το 1911 καθιερώθηκε η μόνιμη σταθερή εργασία στο Δημόσιο στην Ελλάδα, το 2012 δεν τίθεται απλά σε αμφισβήτηση η μονιμότητα, η σταθερή δουλειά, αλλά πλέον απολύονται εργαζόμενοι στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ..
Στρατηγική στόχευση του κεφαλαίου, είναι να υπάρχει ένα άλλου τύπου κράτους, ένα άλλου τύπου δημόσιο, πολύ χειρότερο και πιο αντιδραστικό, ως προς την παροχή υπηρεσιών προς τον λαό και ως προς τα εργασιακά δικαιώματα του. Όλο το προηγούμενο διάστημα, με τον νόμο του Καλλικράτη και με τους νόμους των μνημονίων, επέβαλαν να μειωθούν κατά 50% οι κενές οργανικές θέσεις σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και στην αυτοδιοίκηση.
Σήμερα διώχνει 2000 ανθρώπους, τους θέτει σε διαθεσιμότητα μέχρι τον Δεκέμβρη του 2012, άλλους 25000 μέχρι το 2013, με στόχευση το 2015 να μειωθούν κατά 150000. Δεν μπορεί παρά στο βάθος να υπάρχει η απόλυση. Να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία τη βαρβαρότητα που υπάρχει στον ιδιωτικό τομέα, με την ασυδοσία των εργοδοτών, δηλαδή, να επεκταθεί και στον δημόσιο τομέα. Επίδικο του αγώνα του εργατικού κινήματος θα πρέπει να είναι η μόνιμη σταθερή δουλειά, η απαγόρευση των απολύσεων στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, για να υπάρχουν ενιαία δικαιώματα στους ανθρώπους της εργασίας.
Τα τεράστια κενά που θα δημιουργηθούν στους δήμους πως θα καλυφθούν;
Παράλληλα με τα χαρτιά της διαθεσιμότητας που δίνουν στους εργαζόμενους, τους τάζουν λαγούς με πετραχήλια, προτρέποντάς τους να μην βγουν στους δρόμους γιατί δήθεν θα τους βρουν θέσεις να πάνε κάπου αλλού στο δημόσιο. Η κυβέρνηση και όλο το πολιτικό προσωπικό με τον θεσμό των ΜΚΟ, που χρηματοδοτούνται από το ΕΣΠΑ, έχουν εξελιχθεί σε εταιρείες δουλεμπορίου. Προσλαμβάνουν κόσμο, όχι ως εργαζόμενους αλλά ως ωφελούμενους και τους διαθέτουν για να καλύπτουν τα κενά που δημιουργούνται από τις απολύσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ οι συμβάσεις που υπογράφουν με το ΕΣΠΑ είναι τελείως διαφορετικές. Και αυτό δείχνει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ελληνικό πολιτικό προσωπικό που κάνει τα πάντα για να διατηρηθεί στην εξουσία, αξιοποιώντας και ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά και την ανάγκη των ανθρώπων για εργασία, με τους χειρότερους όρους.
Στο μεσοπρόθεσμο υπάρχουν επιπλέον μέτρα που πλήττουν την τοπική αυτοδιοίκηση. Καταργείται τελεσίδικα ο όποιος χαρακτήρας είχε μέχρι σήμερα η τοπική αυτοδιοίκηση, ή θα έπρεπε να έχει, δηλαδή να είναι στην υπηρεσία του πολίτη;
Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν θα μπορούσε να ήταν λαϊκός θεσμός και να λειτουργεί ως τέτοιος μέσα στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού κράτους. Ωστόσο στην Ελλάδα, μέσα από πολλούς αγώνες και σε μια πορεία ιστορικής εξέλιξης είχαμε το στοιχείο της αυτοδιοίκησης. Όμως, η ηγεμονία της αστικής πολιτικής, στην ελληνική κοινωνία και στην ελληνική πολιτική ζωή, οδηγούσε ώστε η τοπική αυτοδιοίκηση να εφαρμόζει αντιλαϊκές πολιτικές.
Σήμερα, επιχειρείται μια βαθιά αντιδραστική τομή, κυρίως για να περιοριστούν τα όποια στοιχεία αυτοδιοικητικής λειτουργίας και τα όποια ψήγματα είχαν απομείνει κοινωνικής πολιτικής. Με δεδομένα τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δήμοι, λόγω της περικοπής της χρηματοδότησης από το κράτος άλλα και λόγω της πολιτικής και της κακοδιαχείρισης που άσκησαν και οι ίδιοι οι δήμαρχοι μια ολόκληρη προηγούμενη περίοδο.
Σήμερα έρχεται με το μεσοπρόθεσμο, πρώτον να απαγορεύσει τις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να αναστείλει τις προσλήψεις μέχρι 31/12/2106 για τις ειδικότητες ΥΕ και ΔΕ προσωπικού. Δηλαδή, για το εργατοτεχνικό προσωπικό και ένα μέρος του διοικητικού προσωπικού. Αυτό σημαίνει ότι οι υπηρεσίες των δήμων θα υπολειτουργήσουν, θα κλείσουν.
Δεύτερον, προχωράει στην παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των κοινόχρηστων δημοτικών χώρων και κτιρίων των δήμων σε ιδιώτες.
Τρίτον, επιβάλλει ένα παρατηρητήριο, οικονομικής δήθεν αυτοτέλειας των ΟΤΑ, το οποίο συγκροτείται μετά από απόφαση του υπουργείου Εσωτερικών για να παρακολουθεί την πορεία των οικονομικών προϋπολογισμών των ΟΤΑ. Πράγματι πολλοί προϋπολογισμοί των ΟΤΑ έχουν πέσει έξω εξαιτίας των πολιτικών των μνημονίων, και της κακοδιαχείρισης.
Το εργατικό κίνημα και ο λαός έχει ανάγκη από έναν εργατικό κοινωνικό έλεγχο των δαπανών των ΟΤΑ και δεν πρέπει να δεχτούμε μια εποπτεία, όπου στην ουσία ακυρώνει την λειτουργία των δημοτικών συμβουλίων και επιβάλει ένα καθεστώς εξυγίανσης στους δήμους. Αυτό σημαίνει πρόσθετη δημοτική φορολογία, πρόσθετα χαράτσια σε όσους έχουν ακίνητη περιουσία στην ίδια την πόλη που ζούνε. Όσον αφόρα τους εργαζόμενους σημαίνει κατάργηση θέσεων, απολύσεις, διαθεσιμότητα, υποχρεωτικές μετακινήσεις.
Σε αυτή την προσπάθεια εντάσσεται και η ιδιωτικοποίηση ή και η κατάργηση δημοτικών υπηρεσιών και οργανισμών, όπως ο τομέας της καθαριότητας;
Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, ιδιαίτερα από επί πρωθυπουργίας Σημίτη, διαμόρφωσαν ένα νομικό καθεστώς που επιτρέπει στους δήμους να εκχωρούν αρμοδιότητες και υπηρεσίες στα ιδιωτικά συμφέροντα. Αξιοποιώντας την οικονομική κρίση και την ύφεση που υπάρχει στην οικονομία, ολόκληρα μπλοκ οικονομικών συμφερόντων προσπαθούν να εισβάλλουν στην αυτοδιοίκηση και να πάρουν όχι μόνο το φιλέτο στον τομέα της διαχείρισης των απορριμμάτων, αλλά και άλλες υπηρεσίες. Αυτό σταθερά επιδιώκεται τα τελευταία χρόνια μέσα από τις συμπράξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.
Μεγάλα οικονομικά συμφέροντα αυτή τη στιγμή προσπαθούν μέσα από τα ΣΔΙΤ να φτιάξουν σε διάφορες περιφέρειες της χώρας τις νέες χωματερές. Είναι χαρακτηριστικό, ότι διάφοροι δήμαρχοι προσπαθούν να ακολουθήσουν και να υποταχτούν στην γραμμή της Μέρκελ, προωθώντας συμπράξεις γερμανικών εταιρειών με τους δήμους. Αυτό επιχειρήθηκε και σήμερα στη Θεσσαλονίκη από μια ομάδα αιρετών μαζί με τον εντεταλμένο εδώ υπουργό της Μέρκελ, τον Φούχτελ.
Θέλουν να μας πείσουν ότι το συμφέρον δήθεν του ελληνικού λαού είναι οι Γερμανοί να γίνουν όχι μόνο τοποτηρητές στην πολιτική κατεύθυνση που θέλουν να οδηγήσουν τα πράγματα, αλλά με την εισβολή των δικών τους οικονομικών επιχειρήσεων να επιβάλλουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Αντέδρασαν σήμερα οι εργαζόμενοι στη Θεσσαλονίκη, το επόμενο διάστημα εκτιμώ ότι θα υπάρξουν μεγάλες αντιστάσεις και θα χουμε στοιχεία ανυπακοής των εργαζόμενων απέναντι σε αυτή την επιβαλλόμενη πολιτική.
Διότι μπορεί μέχρι σήμερα το εργατικό κίνημα να μη μπόρεσε συντεταγμένα να αποτρέψει αυτήν την επίθεση, ωστόσο όμως, ο λαός δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Μπροστά μας βρίσκεται η δυνατότητα το εργατικό κίνημα συντεταγμένα να μπορέσει να αντικρούσει αυτήν την επίθεση.
Ο αγώνας των εργαζόμενων στους ΟΤΑ μπορεί να βάλει φραγμό στην επίθεση που επιχειρεί η κυβέρνηση;
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012
Είμαι εδώ και δε σας φοβάμαι!!
Μπλεγμένη μέσα στο πλήθος, μια άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, βρέθηκα εχθές το απόγευμα στην πλατεία Συντάγματος. Βρέθηκα για να ενώσω τη φωνή μου, το βλέμμα μου και τη γροθιά μου με χιλιάδων άλλων διαμαρτυρόμενων, για να μπει η φωνή μου μέσα στη Βουλή των Ελλήνων και να με ακούσουν πριν ψηφίσουν «ναι» .
Μάταιο θα πείτε όσοι ήσασταν σπιτάκια σας και βλέπατε ταινία ή tweet-άρατε τραγουδάκια χαρούμενα της Δέσποινας Βανδή, αδιαφορώντας ή κατακρίνοντας ακόμη, όλους εμάς, που αντιστεκόμαστε και για εσάς.
Ειρωνικό ε; Κι όμως.
Και τι κατάλαβες θα πουν; Τίποτα, θα προλάβουν να απαντήσουν. Πόσο έξω πέφτετε όμως! Κατάφερα περισσότερα από όσα νομίζετε ή σκέφτεστε. Και ξέρετε γιατί; Γιατί μπορεί η φωνή μου, από την απίστευτη χρήση χημικών από τις ομάδες καταστολής, να μην πέρασε τους τοίχους της Βουλής, αλλά πέρασε η ανάσα μου και να είστε σίγουροι ότι αυτή ήταν πιο ηχηρή.
Ένιωσα ζωντανή και γεμάτη από άγνωστα χέρια που με αγκάλιαζαν για να με βοηθήσουν όταν δεν έβλεπα να περπατήσω από τα χημικά που έκαιγαν τα μάτια μου. Ένιωσα δυνατή όταν τα δικά μου χέρια έπιασαν ανθρώπους και τους κράταγαν για να πιουν νερό από το νερό μου όταν δεν μπορούσαν να ανασάνουν και να περπατήσουν.
Ένιωσα περήφανη όταν τα μάτια μου συνάντησαν τα «καμένα» μάτια ενός πατέρα να λέει στο γιο του: «Μην τους φοβάσαι! Είσαι πιο δυνατός».
Ένιωσα γαλήνη όταν μου χαμογέλασε μέσα από το κράνος του ένας μαυροντυμένος τύπος που κράταγε ένα μεγάλο σίδερο και το χτύπαγε ρυθμικά στο δρόμο.... Αυτός που εσείς αποκαλείται κουκουλοφόρο και τον φοβάστε εμένα μου δημιούργησε ηρεμία και ασφάλεια. Και ξέρεις γιατί; Γιατί αυτοί είναι ακίνδυνοι μπροστά σε γραβατωμένες φωνές.
Ένιωσα δυνατή γιατί όσο εσύ τουίταρες «τι ωραία που είναι τώρα που βρέχει» εγώ στεκόμουνα βρεγμένη, με σκεπασμένο το πρόσωπό μου από μαντήλια και μάσκες, μπροστά από τα Ματ και τους κοιτούσα. Και ήμουν εκεί.
Ήμουν εκεί, με κολλημένα τα βρεγμένα ρούχα στο κορμί μου, με τα χημικά να έχουν γδάρει το λαιμό μου και να έχουν τυφλώσει τα μάτια μου, και να μην φεύγω.
Δεν με τρομάζετε πια εσείς με τις πράσινες στολές και τα πρόσωπα κρυμμένα κάτω από μια μάσκα. Θα είμαι εδώ απέναντί σας και θα σας κοιτάω στα μάτια, βρεγμένη, με όπλο μου τα δικά μου μάτια....
Είμαι εδώ και σας κοιτώ και δε σας φοβάμαι...
Είμαι εδώ και ακόμη σκέφτομαι...
Είμαι εδώ και ακόμη ονειρεύομαι για το μέλλον μου.
Είμαι εδώ και λέω όχι... Γιατί ξέρω... πως όσα «ναι» και αν πεις που γράφονται στην ιστορία, το δικό μου όχι θα κάνει τις επόμενες γενιές περήφανες.
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012
Μια απάντηση στον Α. Κολλά: Τι είδους συνδικαλιστικό κίνημα χρειαζόμαστε;
Αυτά τα λόγια πλανιούνται στις σκέψεις και στα χείλη της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας...
Μιας κοινωνίας όπου η ανεργία έχει φτάσει επίσημα το 23,6% (η πραγματική είναι πάνω από 30%), όπου το 68% ζει σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (Ιούλιος 2012) κάτω από τα όρια της φτώχειας, όπου παιδιά λιποθυμούν από την πείνα!
Κι όμως, οι «σωτήρες» μας (εσωτερικού και εξωτερικού) ζητούν κι άλλα μέτρα, κι άλλες «θυσίες». Και θα συνεχίσουν να το κάνουν, μέχρι να τους βάλουμε φρένο εμείς, ανατρέποντας την κυβέρνηση και ξαποστέλνοντας τροϊκανούς.Σε πολιτικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μόνο όχημα που διαθέτει η ελληνική κοινωνία για να αναχαιτίσει την επίθεση που δέχεται. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας αυτή την ιστορική ευθύνη, θα έπρεπε να προτείνει, να προβάλλει και να στηρίζει με όλες του τις δυνάμεις, αυτές τις μορφές αγώνα που μπορούν ρεαλιστικά να ρίξουν την κυβέρνηση και να ξαποστείλουν την τρόικα: επαναλαμβανόμενες γενικές απεργίες και καταλήψεις μέχρι να πέσουν!
Μια πρόταση που εδώ και καιρό ακουγόταν από πολλούς συνδικαλιστές βάσης, από σωματεία όπως του Μετρό κ.ά. Μια πρόταση που στηρίζεται και προβάλλεται πλέον και από τις ηγεσίες μεγάλων ομοσπονδιών, με πιο χαρακτηριστική τη ΓΕΝΟΠ - ΔΕΗ (παρόμοια θέση έχουν πάρει η ΟΕΝΓΕ, η ΠΝΟ κ.ά.). Μια πρόταση που οι εργαζόμενοι είναι ώριμοι να κάνουν πράξη.
Ωστόσο, τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα οι δυνάμεις του στα συνδικάτα θα έπρεπε να δίνουν τη μάχη για έναν συντονισμένο μαζικό απεργιακό ξεσηκωμό με διάρκεια, από τις γραμμές του ξεπηδούν δυνάμεις που οι προτάσεις και οι θέσεις τους οδηγούν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. "Δυνάμεις" όπως ο Α. Κολλάς που δημόσια και ανοιχτά, από τις σελίδες της "Αυγής" και της Αυτόνομης Παρέμβασης υπερασπίζεται:
* Την κατάργηση των πρωτοβάθμιων σωματείων. Δηλαδή την κατάργηση των κυττάρων του συνδικαλισμού, του μόνου χώρου όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να γνωρίζουν από κοντά και να ελέγχουν (έως έναν βαθμό) τους εκπροσώπους που εξέλεξαν και τη δράση τους. Η κατάργηση των πρωτοβάθμιων σωματείων ισοδυναμεί με ενίσχυση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
* Τη θεσμοθέτηση Περιφερειακών Συλλογικών Συμβάσεων. Δηλαδή τη συμφωνία από μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος σε κάποιου είδους Ελεύθερες Οικονομικές Ζώνες, Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου κ.ο.κ. που εδώ και καιρό απαιτεί το κεφάλαιο, ντόπιο και ξένο.
* Ότι το πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα σήμερα είναι πρωτίστως οργανωτικό. Σύμφωνα με το άρθρο του κ. Κολλά το βασικό πρόβλημα είναι ότι έχουμε πολλές ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, γι’ αυτό και προτείνει τη συγχώνευσή τους. Όμως καμιά οργανωτική αναδιάταξη δεν πρόκειται να λύσει το πραγματικό πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος που δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ηγεσιών των συνδικάτων ελέγχεται από συμβιβασμένους και ξεπουλημένους συνδικαλιστές, που αρνούνται να κλιμακώσουν την πάλη του κινήματος.
* Τέλος, τη στιγμή που υπάρχει άμεση και επιτακτική ανάγκη για την συγκρότηση ενός συντονισμένου απεργιακού κύματος που να ρίξει την κυβέρνηση, ο Α. Κολλάς παρουσιάζει στο άρθρο του σαν βασικό καθήκον των συνδικάτων τη συλλογή υπογραφών και τα δημοψηφίσματα. Θεσμούς που στο συνδικαλιστικό κίνημα της Αγγλίας εισήγαγε η Θάτσερ, στον αγώνα της για αποδυνάμωση και διάλυση των συνδικάτων. Μεθόδους που και η ΠΑΣΚΕ του Α. Κολλά χρησιμοποίησε στην ΕΘΕΛ για να σταματήσει το 2011 τις απεργιακές κινητοποιήσεις (δημοψήφισμα Μάρτιος 2011).
Και τέλος πάντων ο Α. Κολλάς λέει αυτά που έλεγε τα τελευταία 20 περίπου χρόνια.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτά λέγονται πλέον μέσα από τις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως ότι φιλοξενούνται στις στήλες της "Αυγής" και στην ιστοσελίδα της Αυτόνομης Παρέμβασης χωρίς απάντηση, χωρίς σκληρή κριτική, χωρίς καταγγελία.
Α. Κασιμέρης, μέλος Δ.Σ. Συνδικάτου Εργαζομένων ΟΣΥ - ΟΑΣΑ
Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012
Η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, μοναδικός δρόμος για νικηφόρους αγώνες.
Η αντικαπιταλιστική αριστερά σε κρίσιμο σταυροδρόμι. A.Gramsci, «Συνδικαλισμός και συμβούλια»
του Νίκου Γουρλά
H κινηματική αδράνεια των έξι τελευταίων μηνών μπορεί να εξηγείται σε ένα βαθμό από την ελπίδα της εργατικής τάξης να δοθεί λύση για την ισοπέδωση μισθών και δικαιωμάτων της μέσα από τη διαδικασία των εκλογών, που καλλιέργησε «εκλογικές αυταπάτες» και καθήλωσε τις αγωνιστικές συνειδήσεις, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι. Όμως δεν φτάνει αυτή η εξήγηση για να δοθεί απάντηση στο γιατί παρά το ρήγμα που δημιουργήθηκε στις συνειδήσεις των εργαζομένων από τους αγώνες των δυο τελευταίων ετών που μετατόπισε προς τα αριστερά μεγάλα κομμάτια της τάξης (με όλη φυσικά την αντιφατικότητα, το βάθος και το βαθμό συνείδησης από τμήματα των εργαζομένων), παρά τις μεγάλες προσπάθειες που γίνονται από ταξικά συνδικάτα στον ιδιωτικό τομέα αλλά και σωματείων και ομοσπονδιών του δημόσιου με αγωνιστικό πρόσημο, τα αποτελέσματα παραμένουν φτωχά και αναντίστοιχα του οδοστρωτήρα των μνημονιακών μέτρων που υλοποιεί η άθλια συγκυβέρνηση.
Aπό την άλλη βρίσκεται σε εξέλιξη το μεγαλύτερο σχέδιο αναδιανομής του πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας που έχει υπάρξει μεταπολεμικά. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται οι ΕΟΖ, η σύνθλιψη των μισθών στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα (ήδη σε μεγάλη αλυσίδα πολυκαταστημάτων, προσλαμβάνουν εργαζόμενους με 280 ευρώ για εξάωρη εργασία νομιμότατα) παράλληλα με την κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας, την τρομοκρατία, το τσάκισμα και των τελευταίων αντιστάσεων στους τόπους δουλειάς, ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα, με πογκρόμ απολύσεων όσων αντιστέκονται στις μειώσεις και τις ατομικές συμβάσεις.
Με δεδομένο ότι οι πλειοψηφίες των ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ είναι πια περιφερόμενα πολιτικά και κινηματικά πτώματα, αφού το σύστημα τους έχει αφαιρέσει ακόμα και τα ελάχιστα προσχήματα «διαπραγμάτευσης», δεν παίζουν πια κανένα ρολό ούτε καν αυτόν του δήθεν «εταίρου» που το σύστημα στην προ κρίσης εποχή τους είχε αναθέσει.
Όσο και αν δεν πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος τους, ιδιαίτερα σαν ρεύμα αστικής αντίληψης μέσα στα συνδικάτα που οδηγεί στον ταξικό συμβιβασμό, την ηττοπάθεια, μέχρι και το ανοιχτό ξεπούλημα στην εργοδοσία, παρ΄ όλα αυτά τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα διαμεσολάβησης που είχαν και δεν παίζουν κανένα ρόλο παρά μόνο αυτό της εξαγγελίας κατόπιν πιέσεων από την συνδικαλιστική αριστερά 24ωρων απεργιών.
Στις παρούσες συνθήκες η σημασία της αλλαγής ρότας του συνδικαλιστικού κινήματος για την ανατροπή της συνολικότερης επίθεσης του κεφαλαίου έχει τεράστια σημασία για την ανάστροφη του κλίματος απογοήτευσης και αναμονής.
Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος με τη σημερινή κατάσταση των σωματείων και των ομοσπονδιών, τον υπονομευτικό ρόλο των δυνάμεων του συμβιβασμού και της υποταγής, οι εργαζόμενοι να μεταθέσουν για άλλη μια φορά τις ελπίδες για το ζωή και το μέλλον τους για τις ερχόμενες εκλογές! Μη βλέποντας καμία ελπίδα στους αγώνες που παραμένουν ασυντόνιστοι, ψοφοδεείς, με 24ωρες ντουφεκιές εκτόνωσης, να υποταχτούν σε λογικές που θα αναζητούν «μεγάλους τιμονιέρηδες» που θα τους σώσουν από τα δεινά.
Θα έχουμε μεγάλη ευθύνη όλες συνδικαλιστικές δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, αν συνεχίσουμε με τις ίδιες πρακτικές σαν να μην άλλαξε τίποτα από την τελευταία απεργία του Φεβρουαρίου μέχρι τώρα. Η ευθύνη βαραίνει πια ολοκληρωτικά τις ταξικές δυνάμεις, τις δυνάμεις του κόσμου του αγώνα, αφού όλοι καταλαβαίνουν ότι οι καιροί του «ναι μεν αλλά» έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί και ότι η δημιουργία τώρα ενός μεγάλου ταξικολαϊκού μετώπου ρήξης και ανατροπής με άμεσους αλλά και μακροπρόθεσμους στόχους, είναι θέμα ζωής ή θανάτου για το εργατικό κίνημα. Καμιά αλλαγή συσχετισμών, στα σωματεία, στις ομοσπονδίες και στη ΓΣΕΕ προς όφελος των ταξικών δυνάμεων, των δυνάμεων του αγώνα, δεν θα έχει καμιά ουσία αν δεν υιοθετηθεί πλατιά από τις ηγεσίες όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών ρευμάτων της Αριστεράς αυτή η αναγκαιότητα.
Πολιτικοί και κινηματικοί οι λόγοι της καθήλωσης του κινήματος.
Ενώ η κοινωνία βράζει και η πολιτική κρίση βαθαίνει, ενώ το πολιτικό σύστημα βρίσκεται στην πιο αδύναμη στιγμή του, μην μπορώντας να δώσει τα ελάχιστα, ακόμα και σε βασικούς πυλώνες της κυριαρχίας του (σώματα ασφάλειας, δικαστικοί, παπάδες, στρατιωτικοί κλπ), οι πολιτικοσυνδικαλιστικές πρωτοπορίες της αριστεράς εκτιμούν πολύ σωστά ότι προϋπόθεση για την ανατροπή της επίθεσης είναι η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε νέα βάση. Για το πώς όμως θα γίνει αυτό υπάρχουν σε όλη την Αριστερά διαφορετικά πολιτικά σχέδια που το κάθε ένα από αυτά έχει τη δική του αξία και συμβολή. Όμως κανένα από αυτά τα σχέδια δεν απαντά με σαφήνεια στο τι πρωτοβουλίες θα παρθούν άμεσα για να δημιουργηθούν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις για την έναρξη μιας πλατιάς διαδικασίας συνάντησης σωματείων - ομοσπονδιών που να υπερβαίνει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, βάζοντας στην κρίση των εργαζομένων το δικό της αγωνιστικό σχέδιο, που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες ενός κινήματος που θα μπορεί να νικήσει, που θα δημιουργεί προϋποθέσεις ρήξης και ανατροπής με τις δυνάμεις του κεφαλαίου.
Αντί για αυτό εξακολουθούν να λειτουργούν οι λογικές των «πόλων», των «αξόνων», του «θεσμικού συνδικαλισμού», οι αντιλήψεις που δεν ξεκαθαρίζουν ανοικτά τις σχέσεις με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία στο όνομα μιας λανθάνουσας λογικής για την ενότητα, η επιμονή -παρά τις κάποιες θετικές διαφοροποιήσεις τελευταία- του ΠΑΜΕ στην περιχαράκωση και την κομματική αυτάρκεια, αλλά και τα δεκάδες «πλαίσια» με τους αστερίσκους και υποσημειώσεις, που στη συγκεκριμένη συγκυρία λειτουργούν απωθητικά στους εργαζόμενους, δείχνουν ότι στην πραγματικότητα δεν έχει γίνει αντιληπτή η θανάσιμη απειλή που σήμερα επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων των εργαζομένων, αυτή της εξαφάνισης της δράσης των συνδικάτων από τους τόπους δουλειάς.
Είναι τραγική η εικόνα που παρουσιάζει η συνδικαλιστική Αριστερά όλων των εκφάνσεων, που, βαδίζοντας στους γνωστούς δρόμους, δεν χάνει ευκαιρία, με αφορμή αυτό ή το άλλο γεγονός, να κυκλοφορεί λίστες με συνδικαλιστές που υπογραφούν πλαίσια που καλούν τους άλλους συνδικαλιστές να συσπειρωθούν γύρω από το καθένα από αυτά. Έτσι όλοι καλούν όλους και κανένας δεν πάει πουθενά μένοντας στο «μετερίζι» του. Αυτή η κατάσταση όπως είναι φυσικό δεν οδηγεί πουθενά. Εκεί πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες για την αποτυχία των όποιων προσπαθειών συντονισμού γίνονται είτε από σωματεία είτε από ομοσπονδίες.
Χωρίς να υπάρχει καμιά διάθεση υποτίμησης των υπαρκτών διαφορών, των πολιτικών και συνδικαλιστικών ρευμάτων που υπάρχουν στο εργατικό κίνημα, χωρίς να υποτιμάται ο αναγκαίος διαχωρισμός από τη γραφειοκρατία, αυτό όμως που εισπράττουν οι εργαζόμενοι στους τόπους δουλειάς είναι ότι οι πολιτικές και συνδικαλιστικές πρωτοπορίες της Αριστεράς, που είναι η ψυχή του κόσμου του αγώνα, είναι ανίκανες να ανταποκριθούν στη μία και μοναδική απαίτηση για την οποία όλοι μιλούν και συμφωνούν, που είναι το ενιαίο εργατολαϊκό μέτωπο - μοναδικό μέσο για την ανατροπή της επίθεσης.
Όσο αυτό δεν συγκροτείται, η συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων δέχεται ολοένα και μεγαλύτερα πλήγματα, δίνεται περαιτέρω έδαφος σε αντιλήψεις και λογικές που οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση και ηττοπάθεια. (Ακόμα και κάποια μικρά βήματα υπέρβασης αυτής της κατάστασης που έγιναν το περασμένο διάστημα μέσα από πρωτοβουλίες κοινής δράσης και προσπαθειών οικοδόμησης ενός άλλου αγωνιστικού ταξικού ρεύματος μέσα στους εργαζόμενους, π.χ. Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, από ορισμένους αντιμετωπίζονται με καχυποψία.).
Προάγγελοι αυτής της προοπτικής είναι οι αμαζες συνελεύσεις, η αποτυχία των απεργιών σε μια σειρά κλάδους. Η ελάχιστη ή ακόμα και μηδενική συμμετοχή εργαζομένων σε δραστηριότητες των πρωτοβάθμιων σωματείων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.
Για τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, αφού ο φόβος της απόλυσης και της μόνιμης ανεργίας βαραίνει το σύνολο των εργαζομένων, ακόμα και ενός ακόμα συνδικαλισμένου κομματιού που περιορίζει τη δράση του στα πλαίσια «ανεκτών» από την εργοδοσία αντιστάσεων.
Οι εργαζόμενοι έχουν πραγματικά μπουχτίσει από την πολυδιάσπαση και τον κομματικό κατακερματισμό, από διαμεσολαβήσεις αυτόκλητων «σωτήρων» των ΣΣΕ που οδηγούν σε μειώσεις μισθών χωρίς κανένας να τους έχει εξουσιοδοτήσει, καλλιεργώντας αυταπάτες στους εργαζόμενους, αφού κανένα νομικό πλαίσιο δεν δεσμεύει τους εργοδότες να τις τηρήσουν.
Ο παραταξιακός κομματικός συνδικαλισμός που διαμεσολαβούσε μεταφέροντας στα συνδικάτα την αστική κοινοβουλευτική σκηνή της μεταπολίτευσης, είναι πια σε πλήρη αναντιστοιχία με τις ανάγκες των εργαζομένων, έχει απαξιωθεί στη συνείδηση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης, και, το κυριότερο, είναι ανύπαρκτος στη νέα βάρδια των εργαζομένων που δεν βλέπει καμιά προοπτική, καμιά ελπίδα αντίστασης και οργανωμένου αγώνα στους χώρους δουλειάς.
Από την άλλη, ο κούφιος βερμπαλισμός και ο συνδικαλιστικός ακτιβισμός των «ειδικών» αρκείται στο να «κατηχεί» τους εργαζόμενους ρίχνοντας στην πραγματικότητα όλες τις ευθύνες σε αυτούς.
Προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση και την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος, η αλλαγή των συσχετισμών στα συνδικάτα και τους τόπους δουλειάς.
Το εκλογικό αποτέλεσμα όσο και το μετεκλογικό πολιτικό σκηνικό σίγουρα έχουν επιδράσει στις συνειδήσεις της εργατικής τάξης.
Οι εργαζόμενοι με την ψήφο τους μπορεί να «λαχτάρησαν» το πολιτικό κατεστημένο, να ένιωσαν προς στιγμή ότι μπορούν να παρέμβουν στις εξελίξεις με την ψήφο τους, όμως από την άλλη είναι έκδηλη η απογοήτευση σε πλατιά τμήματα εργαζομένων ότι τελικά αυτό δεν επετεύχθη.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιόμορφο κλίμα παραίτησης που σε συνδυασμό με την όξυνση της κρίσης την ύφεση αλλά και λογικές που παραπέμπουν στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν, διαμορφώνουν ένα δυσχερές για τις ταξικές δυνάμεις πεδίο για την αντίστροφη του κλίματος.
Τέλος, αντιλήψεις ακόμα και από κάποια αγωνιστικά τμήματα που παραιτούνται με ευκολία από την οργάνωση του αγώνα πρώτα από όλα στους τόπους δουλειάς, μεταθέτοντας το κέντρο βάρος από τους εργασιακούς χώρους στις γειτονιές, σε δίκτυα και μορφές αλληλεγγύης, λαϊκές επιτροπές και συνελεύσεις γειτονιάς -που φυσικά παίζουν έναν ξεχωριστό ρόλο στον αγώνα για την ανατροπή αυτής της κατάστασης- δεν βοηθούν και σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργούν και αποπροσανατολιστικά.
Η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και η αλλαγή των συσχετισμών του, απαιτεί πρώτα από όλα σαφήνεια στο τι περιεχόμενο θα έχει, ποια πολιτικά, εργατικά αιτήματα άμυνας και αντεπίθεσης θα προβάλει που θα συσπειρώσουν καταρχήν το πρωτοπόρο κομμάτι του αγώνα.
Το νέο περιεχόμενο πάλης των εργατικών αγώνων θα πρέπει να συνδυάζει τις αμυντικές με τις επιθετικές διεκδικήσεις για όλα τα βασικά ζητήματα που καθορίζουν την οικονομική, κοινωνική και πολιτική θέση των εργαζόμενων.
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012
Στην μάχη της απεργίας για τον λαϊκό εργατικό ξεσηκωμό
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012
Ώρα Νέου Εργατικού Κινήματος
- Η εμφάνιση ενός άλλου εργατικού κινήματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρήξη με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία
Ο υποταγμένος κυβερνητικός συνδικαλισμός, ούτε θέλει, ούτε μπορεί να δώσει τη μάχη της ανατροπής της επίθεσης. Έχει παραδοθεί στην ουσία, δίνοντας μάχες υπεράσπισης ορισμένων τμημάτων, διεκδικήσεις εξαίρεσης χώρων από τα μέτρα, με λογική διαπραγμάτευσης των όρων χειροτέρευσης της κατάστασης των εργαζόμενων. Αυτό δείχνει ανάγλυφα η πρακτική των παρατάξεων ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ αλλά και της θεσμικής και «υπεύθυνης» αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, με την υπογραφή κλαδικών συμβάσεων με μείωση 10% ή και 15% των αποδοχών (ξενοδοχοϋπάλληλοι, εμπόριο, ιδιωτική υγεία, κ.α.). Αυτό έδειξε η στάση τους στο ξεπούλημα της Αγροτικής Τράπεζας και αλλού. Η απαράδεκτη στάση της ΓΣΕΕ και των Εργατικών Κέντρων στον αγώνα της Ελληνικής Χαλυβουργίας. Αρνούνται την οργάνωση του αγώνα διαρκείας, απεργιακών απαντήσεων με σχέδιο και στόχους, την αμφισβήτηση των μέτρων στην πράξη. Αρνούνται τον συντονισμό των αντιστάσεων, τη γενίκευση της πάλης.- ΩΡΑ ΤΟΛΜΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΩΝ



