Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Το εργατικό κίνημα, τα συνδικάτα και η οργάνωση από τα κάτω

Η ομιλία της Δέσποινας Κουτσούμπα (πρόεδρος συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Γ.Σ. ΑΔΕΔΥ) στην σχετική συζήτηση στο διεθνές τριήμερο του Rproject την Κυριακή 3/3.
Η κρίση των συν­δι­κά­των προη­γή­θη­κε της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης
Είναι κοινή πλέον η αντί­λη­ψη για τις τε­ρά­στιες ευ­θύ­νες και τη χρε­ο­κο­πία της συν­δι­κα­λι­στι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας. Όχι μόνο των τρι­το­βάθ­μιων ορ­γα­νώ­σε­ων, της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, που έχουν κα­τα­στεί πα­ντε­λώς ανυ­πό­λη­πτες, αλλά όλης εκεί­νης της πο­ρεί­ας με­τα­σχη­μα­τι­σμού των πρω­το­βάθ­μιων συν­δι­κά­των σε φο­ρείς κοι­νω­νι­κής ει­ρή­νης, κλα­δι­κές ενώ­σεις με απο­κλει­στι­κά κλα­δι­κά αι­τή­μα­τα, που ανα­πα­ρή­γα­γαν στο εσω­τε­ρι­κό τους την αστι­κή δη­μο­κρα­τία, με ισό­βιους συν­δι­κα­λι­στές που «συν­διοι­κού­σαν» επι­χει­ρή­σεις ή δη­μό­σιους ορ­γα­νι­σμούς, κά­νο­ντας τη δια­δρο­μή από τα συν­δι­κα­λι­στι­κά οφί­κια στα βου­λευ­τι­κά έδρα­να να μην προ­ξε­νεί πλέον καμία έκ­πλη­ξη ή κα­τα­κραυ­γή.
Αν όλα τα πα­ρα­πά­νω είναι κοι­νός τόπος, τόσο για τον κόσμο της Αρι­στε­ράς όσο και για την πλειο­νό­τη­τα του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας πλέον, τόσο κοι­νός τόπος θα ’πρε­πε να είναι και το γε­γο­νός ότι τρία χρό­νια μετά το πρώτο μνη­μό­νιο, και με την κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή που έχει επέλ­θει, η συ­ζή­τη­ση δεν μπο­ρεί να στρι­φο­γυ­ρί­ζει ακόμη γύρω από το πόσο η συν­δι­κα­λι­στι­κή γρα­φειο­κρα­τία και τα συν­δι­κά­τα που ελέγ­χει δεν στά­θη­καν στο ύψος τους.
Έχω την αί­σθη­ση ότι η χρε­ο­κο­πία της γρα­φειο­κρα­τί­ας συ­ζη­τιέ­ται από την Αρι­στε­ρά δυ­σα­νά­λο­γα πολύ σε σχέση με το τι κάνει η ίδια. Είναι σαν να πι­στεύ­ου­με ότι η δική τους χρε­ο­κο­πία θα πεί­σει τον κόσμο να έρθει με μας. Υπάρ­χει όμως πάντα και η πε­ρί­πτω­ση, και αυτό συμ­βαί­νει ως τώρα, απλώς να απο­μα­κρύ­νει τον κόσμο από τα σω­μα­τεία εν γένει.
Άλ­λω­στε, μέσα σε αυτά τα τρία χρό­νια οι συ­σχε­τι­σμοί, του­λά­χι­στον σε πολλά πρω­το­βάθ­μια, έχουν ήδη αλ­λά­ξει προς όφε­λος της συν­δι­κα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Άρα το πραγ­μα­τι­κό ερώ­τη­μα είναι ΤΙ ΚΑ­ΝΟΥ­ΜΕ ΕΜΕΙΣ, αν δεν θέ­λου­με να γί­νου­με το αγω­νι­στι­κό κομ­μά­τι του ίδιου παζλ.
Η συν­δι­κα­λι­στι­κή γρα­φειο­κρα­τία χρε­ο­κό­πη­σε. Εμείς τι κά­νου­με;
Δύο είναι οι κυ­ρί­αρ­χες απα­ντή­σεις σε αυτό το ερώ­τη­μα: Η πρώτη είναι η αλ­λα­γή των συ­σχε­τι­σμών. Να «κα­τα­λά­βου­με» τα συν­δι­κά­τα. Να πάρει την πλειο­ψη­φία η Αρι­στε­ρά, όχι μόνο στα πρω­το­βάθ­μια, αλλά ει δυ­να­τόν και στις Ομο­σπον­δί­ες και τις Τρι­το­βάθ­μιες Ορ­γα­νώ­σεις. Η δεύ­τε­ρη είναι η αλ­λα­γή των δομών. Να βγού­με έξω από αυτή τη δομή των συν­δι­κά­των, να φτιά­ξου­με νέες μορ­φές και άλλες δομές που θα βρί­σκο­νται μα­κριά από το συν­δι­κα­λι­σμό που χρε­ο­κό­πη­σε.Οι απα­ντή­σεις αυτές, που ορί­ζουν και αντί­στοι­χες τά­σεις μέσα στη συν­δι­κα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά, είναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με­ρι­κές. Γιατί θε­ω­ρούν ως δε­δο­μέ­νο το πραγ­μα­τι­κό ζη­τού­με­νο: ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΚΑ­ΝΟΥ­ΜΕ ΤΙ; Τι ση­μαί­νει σή­με­ρα, σε αυτές τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, ρι­ζο­σπα­στι­κή πα­ρέμ­βα­ση των συν­δι­κά­των (ή στα συν­δι­κά­τα) και αν μπο­ρού­με να το επι­τύ­χου­με.
Γι’ αυτό το λόγο θα πε­ριο­ρί­σω την ανα­φο­ρά μου από δω και πέρα στις πε­ρι­πτώ­σεις των αγω­νι­στι­κών σω­μα­τεί­ων και τη δράση της Αρι­στε­ράς, γιατί από τις δικές μας αδυ­να­μί­ες και τα λάθη θα δι­δα­χτού­με αν θέ­λου­με να αλ­λά­ξου­με την ει­κό­να.
Τα συν­δι­κά­τα σε ένα τοπίο που αλ­λά­ζει
Τα ση­με­ρι­νά συν­δι­κά­τα οι­κο­δο­μή­θη­καν σε ένα πολύ δια­φο­ρε­τι­κό τοπίο από αυτό που δια­μορ­φώ­νε­ται τα τε­λευ­ταία 3 χρό­νια. Ιδιαί­τε­ρα η δε­κα­ε­τία του ’80, με τις ση­μα­ντι­κές πα­ρα­χω­ρή­σεις προς την ερ­γα­τι­κή τάξη και την υπαλ­λη­λία από τις πρώ­τες κυ­βερ­νή­σεις του ΠΑΣΟΚ, μας κλη­ρο­δό­τη­σε ένα θε­σμι­κό πλαί­σιο προ­στα­σί­ας του ερ­γα­ζό­με­νου απέ­να­ντι στον ερ­γο­δό­τη, αλλά και συν­δι­κα­λι­στι­κής ελευ­θε­ρί­ας και δη­μο­κρα­τί­ας στο συν­δι­κα­λι­σμό. Πα­ρό­τι η δη­μιουρ­γία μιας κά­στας κυ­βερ­νη­τι­κών και ερ­γο­δο­τι­κών συν­δι­κα­λι­στών, αλλά και οι αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας, το έκα­ναν στην πράξη ανε­νερ­γό, εντού­τοις υπήρ­χε και χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε στο έπα­κρο από όλες τις τά­σεις ρι­ζο­σπα­στι­κού συν­δι­κα­λι­σμού, του­λά­χι­στον από τη δε­κα­ε­τία του ’90 και μετά (που έχω και κα­λύ­τε­ρη ει­κό­να). Ταυ­τό­χρο­να, το ίδιο πλαί­σιο υπέ­βα­λε και τη δομή των σω­μα­τεί­ων. Αυτό επεί­χε μια σειρά από απο­τε­λέ­σμα­τα, ακόμη και στα αγω­νι­στι­κά σω­μα­τεία και το συν­δι­κα­λι­σμό που ασκού­σε η Αρι­στε­ρά:
· Κα­ταρ­χάς, έναν ιδιό­τυ­πο λε­γκα­λι­σμό. Σε με­γά­λο βαθμό τα σω­μα­τεία, ακόμη και τα πιο ρι­ζο­σπα­στι­κά, πά­λευαν πρώτα από όλα για την τή­ρη­ση της ερ­γα­σια­κής νο­μο­θε­σί­ας: το ωρά­ριο, τη σύμ­βα­ση, τα δώρα, το μισθό, τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις, τις συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας. Η διεκ­δί­κη­ση της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης είχε συ­γκε­κρι­μέ­νο τρόπο: απερ­γία, προ­σφυ­γή στον ΟΜΕΔ (Ορ­γα­νι­σμό Με­σο­λά­βη­σης και Διαι­τη­σί­ας), κή­ρυ­ξη της σύμ­βα­σης ως υπο­χρε­ω­τι­κής, πάλη για την εφαρ­μο­γή της. Ήταν ένας ιδιό­τυ­πος λε­γκα­λι­σμός, εκ­πο­ρευό­με­νος από το γε­γο­νός ότι, όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, ο νο­μι­κός συ­σχε­τι­σμός βρέ­θη­κε να είναι κα­λύ­τε­ρος για τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας από τον πραγ­μα­τι­κό τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό.
· Τη συ­γκρό­τη­ση κατά κλάδο και τα δυ­να­τά ομοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κά σω­μα­τεία. Οι διεκ­δι­κή­σεις ήταν πάνω από όλα και για πολλά χρό­νια κλα­δι­κές. Δεν ξέρω αν ο κλα­δι­κός συν­δι­κα­λι­σμός γέν­νη­σε το θε­σμι­κό του πλαί­σιο ή το ανά­πο­δο, όμως γνω­ρί­ζου­με όλοι ότι ο δια­χω­ρι­σμός κατά κλά­δους και η ενα­σχό­λη­ση των σω­μα­τεί­ων με «τα δικά τους θέ­μα­τα» γέν­νη­σε τις δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις με­τα­ξύ των ερ­γα­ζο­μέ­νων που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν κατά κόρον για να ξε­δι­πλω­θεί και να πε­τύ­χει η επί­θε­ση στους ερ­γα­ζό­με­νους την τε­λευ­ταία τριε­τία. Το γε­γο­νός ότι τα σω­μα­τεία του δη­μό­σιου τομέα ασχο­λιό­ντου­σαν με τα δικά τους αι­τή­μα­τα και όχι με την προ­στα­σία του κοι­νω­νι­κού αγα­θού που αφο­ρού­σε την κοι­νω­νία. Το γε­γο­νός ότι κλά­δοι με ισχυ­ρά ερεί­σμα­τα (λχ για­τροί, μη­χα­νι­κοί) μέσα από τις ισχυ­ρές τους ενώ­σεις μπο­ρού­σαν να επι­βάλ­λουν μια κα­λύ­τε­ρη θέση για τους ίδιους, με αντάλ­λαγ­μα να μην αμ­φι­σβη­τή­σουν ποτέ το ρόλο τους ή να μην εν­δια­φερ­θούν για τους άλ­λους ερ­γα­ζό­με­νους εντός του ίδιου ερ­γα­σια­κού χώρου. Δεν είναι άμοι­ρη ευ­θυ­νών και η συν­δι­κα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά, που μπο­ρού­σε να πε­τυ­χαί­νει καλά εκλο­γι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα σε αντί­στοι­χους συλ­λό­γους (εν πολ­λοίς μι­κρο­α­στι­κής σύν­θε­σης), χωρίς να προ­χω­ρά τα δύο βή­μα­τα ακόμη: πχ να πε­τυ­χαί­νει καλές πλειο­ψη­φί­ες στους για­τρούς, αλλά να μην ασχο­λεί­ται με το πώς αυτό θα αντι­στοι­χη­θεί στο σω­μα­τείο του νο­σο­κο­μεί­ου που κα­λύ­πτει όλους τους ερ­γα­ζό­με­νους ή πώς θα με­τα­φρα­στεί σε πάλη ενά­ντια στο «φα­κε­λά­κι». Πολ­λές φορές ο εκλο­γι­κός συ­σχε­τι­σμός μέ­τρα­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο από τον όποιο με­τα­σχη­μα­τι­σμό.
(Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο πα­ρα­πά­νω, δια­τυ­πώ­νο­ντας ένα ερώ­τη­μα που με βα­σα­νί­ζει για όσα χρό­νια ασχο­λού­μαι με τον συν­δι­κα­λι­σμό:πού το­πο­θε­τεί­ται εκεί­νη η λεπτή γραμ­μή που χω­ρί­ζει το κλα­δι­κό από το συ­ντε­χνια­κό αί­τη­μα, τον κλα­δι­κό από τον συ­ντε­χνια­κό αγώνα; Πόσο «μι­κρός» (και με τις δύο έν­νοιες) μπο­ρεί τε­λι­κά να είναι ένας κλά­δος; Πόσο επη­ρε­ά­ζει στον τρόπο που κι εμείς οι ίδιοι βλέ­που­με τον κλα­δι­κό συν­δι­κα­λι­σμό η μι­κρο­α­στι­κή σύν­θε­ση της Αρι­στε­ράς;)
· Οι διεκ­δι­κή­σεις αφο­ρού­σαν σχε­δόν απο­κλει­στι­κά τα μέλη του σω­μα­τεί­ου.Αυτό είχε μία σειρά από πραγ­μα­τι­κές συ­νέ­πειες στον τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό: πλάι σε πα­ρα­δο­σια­κά ισχυ­ρούς συν­δι­κα­λι­στι­κά κλά­δους χτί­στη­καν ολό­κλη­ρα πεδία κα­πι­τα­λι­στι­κής κερ­δο­φο­ρί­ας με ερ­γα­ζό­με­νους χωρίς δι­καιώ­μα­τα, ενοι­κια­ζό­με­νους ή «μαύ­ρους». Εκεί που γεν­νιό­ταν η νέα ερ­γα­τι­κή τάξη, απου­σί­α­ζαν τα συν­δι­κά­τα. Κα­τα­στρα­τη­γού­νταν το 8ωρο, κου­ρε­λιά­ζο­νταν οι συμ­βά­σεις για τα μη μέλη των σω­μα­τεί­ων, αυ­ξα­νό­ταν η εκ­με­τάλ­λευ­ση της ημια­πα­σχό­λη­σης των γυ­ναι­κών, της ερ­γα­σί­ας των με­τα­να­στών. Για πολλά χρό­νια υπήρ­χε ένα ορατό και ένα μη ορατό τμήμα της ερ­γα­σί­ας: ο κό­σμος των συν­δι­κά­των βρι­σκό­ταν στο ορατό τμήμα και δεν επι­κοι­νω­νού­σε με τον μη ορατό κόσμο. Οι ερ­γα­ζό­με­νοι που εκ­προ­σω­πού­νται από κά­ποιο σω­μα­τείο απο­τε­λού­σαν μειο­ψη­φία όχι μόνο στο σύ­νο­λο του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού, αλλά ακόμα και μέσα στον ίδιο χώρο δου­λειάς, ήδη πριν την κρίση. Το δη­μό­σιο είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα, αφού πλάι στον μό­νι­μο υπάλ­λη­λο και μέλος του ισχυ­ρού σω­μα­τεί­ου, την ίδια δου­λειά εκτε­λού­σαν οκτα­μη­νί­τες συμ­βα­σιού­χοι, ενοι­κια­ζό­με­νοι, stage, συ­νή­θως χωρίς καμία συν­δι­κα­λι­στι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση και συχνά σε αντι­πα­λό­τη­τα με τα σω­μα­τεία ή τις διεκ­δι­κή­σεις των μο­νί­μων. Υπάρ­χουν πα­ρα­δείγ­μα­τα κλά­δων (και μά­λι­στα με ισχυ­ρή πα­ρου­σία αρι­στε­ράς) που κέρ­δι­ζαν αύ­ξη­ση της αμοι­βής τους μέσω υπε­ρω­ριών με αντάλ­λαγ­μα τις απο­λύ­σεις συμ­βα­σιού­χων ή τις μη προ­σλή­ψεις νέου προ­σω­πι­κού.
Αν δει κα­νείς τα πράγ­μα­τα πιο ψύ­χραι­μα, θα κα­τα­νο­ή­σει ότι η συ­ντρι­βή των ερ­γα­σια­κών κε­κτη­μέ­νων την τε­λευ­ταία τριε­τία, δεν είναι παρά μια ήπια «προ­σαρ­μο­γή» της ερ­γα­σια­κής νο­μο­θε­σί­ας στον πραγ­μα­τι­κό τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό. Η μεί­ω­ση των μι­σθών, η κα­τα­πά­τη­ση του ωρα­ρί­ου, η διά­λυ­ση κάθε δι­καιώ­μα­τος είχε προ­ε­πι­κυ­ρω­θεί στους χώ­ρους δου­λειάς πολύ πριν απο­τυ­πω­θεί αυτό και σε θε­σμι­κό επί­πε­δο. Απλώς, τότε, δεν τους αφο­ρού­σε όλους…
Το ίδιο θα συμ­βεί το επό­με­νο διά­στη­μα και με την αλ­λα­γή στο θε­σμι­κό πλαί­σιο που διέ­πει τον συν­δι­κα­λι­σμό. Πα­ρό­τι ο Ν. 1264/82 δεν έχει αλ­λά­ξει ακόμη, στην πράξη έχει αναι­ρε­θεί. Το δι­καί­ω­μα στην απερ­γία κα­ταρ­γεί­ται στην πράξη με την επί­τα­ξη ακόμη και των απλή­ρω­των ναυ­τερ­γα­τών. Επα­νέρ­χε­ται το δι­καί­ω­μα του ερ­γο­δό­τη στο λοκ άουτ. Οι μα­χη­τι­κοί συν­δι­κα­λι­στές διώ­κο­νται ανοι­χτά πλέον: συν­δι­κα­λι­στές απο­λύ­ο­νται, υπάρ­χουν πρω­το­βάθ­μια σω­μα­τεία του ιδιω­τι­κού τομέα των οποί­ων τα μέλη των Διοι­κη­τι­κά Συμ­βού­λια δεν βρί­σκουν πια δου­λειά, ενώ απει­λού­νται και τα απλά μέλη με έντα­ξη σε «μαύ­ρες λί­στες». Στο δη­μό­σιο, η προ­λη­πτι­κή αργία με την κα­τη­γο­ρία της «ανάρ­μο­στης συ­μπε­ρι­φο­ράς εντός και εκτός υπη­ρε­σί­ας» έρ­χε­ται να ποι­νι­κο­ποι­ή­σει κάθε πράξη αντί­στα­σης ή ανυ­πα­κο­ής. Η μη­δε­νι­κή ανοχή εκ­δη­λώ­νε­ται σε κάθε κι­νη­το­ποί­η­ση ερ­γα­ζο­μέ­νων, ακόμη και με συλ­λή­ψεις και δίκες συν­δι­κα­λι­στών. Η λάσπη εκτο­ξεύ­ε­ται ενα­ντί­ον οποιου­δή­πο­τε δεν χει­ρο­κρο­τά την πο­λι­τι­κή της Τρόι­κας, ακόμη κι αν πρό­κει­ται για τμή­μα­τα της γρα­φειο­κρα­τί­ας. Το στή­σι­μο ερ­γο­δο­τι­κών σω­μα­τεί­ων είναι σε εξέ­λι­ξη τα ίδια ακρι­βώς χρό­νια στα οποία χτυ­πιού­νται όλοι οι ερ­γα­τι­κοί αγώ­νες, κι έχει ήδη απο­δώ­σει καρ­πούς: από τη χα­λυ­βουρ­γία στο Βόλο ως τα χρυ­σω­ρυ­χεία της Χαλ­κι­δι­κής.
Με τις νέες ρυθ­μί­σεις, άλ­λω­στε, ο συν­δι­κα­λι­σμός των δια­δρό­μων δεί­χνει τα όριά του στον βαθύ πυ­ρή­να του: την –έστω– δια­τή­ρη­ση των δι­καιω­μά­των των λίγων ερ­γα­ζο­μέ­νων που επέ­λε­γε να εκ­προ­σω­πεί. Το κενό αυτό είτε θα κα­λυ­φθεί από την ανα­γέν­νη­ση διεκ­δι­κη­τι­κών σω­μα­τεί­ων είτε θα γε­μί­σει με ερ­γο­δο­τι­κά σω­μα­τεία και λόμπυ της ερ­γα­τι­κής ή υπαλ­λη­λι­κής «αρι­στο­κρα­τί­ας». Κι αυτό είναι μια μάχη που θα τη δώσει λυσ­σα­λέα και η ερ­γο­δο­σία.
Κω­δι­κός: με­τα­σχη­μα­τι­σμός
Οι ρα­γδαί­ες αλ­λα­γές στο τοπίο μάς προ­κα­λούν κι εμάς να αλ­λά­ξου­με! Άλ­λω­στε, (θα ’πρε­πε να) γνω­ρί­ζου­με πολύ καλά πως όλα αυτά που τώρα μας παίρ­νουν πίσω δεν ήταν πα­ρα­χω­ρή­σεις, ήταν κα­τα­κτή­σεις. Δεν ήταν πά­ντο­τε δε­δο­μέ­νο το οχτά­ω­ρο, ούτε η νο­μο­θε­σία για τις συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις και τις συν­δι­κα­λι­στι­κές ελευ­θε­ρί­ες – για την ακρί­βεια κα­τα­κτή­θη­καν με αίμα. Ο συν­δι­κα­λι­σμός δεν ήταν πά­ντο­τε «θε­σμός της δη­μο­κρα­τί­ας», για πολλά χρό­νια ήταν απλώς πα­ρά­νο­μος.
Η διά­λυ­ση κάθε ερ­γα­σια­κού το­πί­ου, όπως το γνω­ρί­ζα­με μέχρι σή­με­ρα, απαι­τεί να ξα­να­γυ­ρί­σου­με στις απαρ­χές:
Κα­ταρ­χάς, να ξα­να­δού­με κα­τά­μα­τα την τα­ξι­κή πάλη και τον συ­σχε­τι­σμό δύ­να­μης. Για πα­ρά­δειγ­μα, η κα­τάρ­γη­ση της συλ­λο­γι­κής σύμ­βα­σης δεν μας γυρ­νά­ει ανα­γκα­στι­κά πίσω στον ερ­γα­σια­κό με­σαί­ω­να: μας γυ­ρί­ζει πίσω στον «κα­θα­ρό» τα­ξι­κό αγώνα, μας θυ­μί­ζει ότι το ύψος του μι­σθού ή η απο­τρο­πή των απο­λύ­σε­ων κα­τα­κτιέ­ται με τη ση­με­ρι­νή απερ­γία και διεκ­δί­κη­ση, και όχι μέσα από τις θε­σμι­κές κα­τα­κτή­σεις που μας άφη­σαν με τους αγώ­νες τους οι πα­λαιό­τε­ρες γε­νιές ερ­γα­ζο­μέ­νων.
Κατά δεύ­τε­ρον, να ξα­να­δού­με τα συν­δι­κά­τα στην «κα­θα­ρή τους μορφή»: ως δομές συλ­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης της πάλης της τάξης. Να στη­θούν ή να ανα­γεν­νη­θούν τα σω­μα­τεία, μέσα από την ανά­γκη των ίδιων των ερ­γα­ζό­με­νων να ενο­ποι­ή­σουν τις δυ­νά­μεις τους απέ­να­ντι στον ερ­γο­δό­τη που τους εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται αρ­χι­κά, απέ­να­ντι στην ίδια την εκ­με­τάλ­λευ­ση τε­λι­κά. Μόνο που αυτή η ορ­γά­νω­ση από τα κάτω δεν είναι ούτε απλή, ούτε εξα­ντλεί­ται στην πε­πα­τη­μέ­νη.
1. Για να έχουν δύ­να­μη τα συν­δι­κά­τα, χρειά­ζε­ται να αντι­στοι­χη­θούν με τη μορφή που έχει σή­με­ρα η ερ­γα­σία, ξε­φεύ­γο­ντας από τα δε­δο­μέ­να σχή­μα­τα: πρέ­πει, δη­λα­δή, να εκ­προ­σω­πούν όλους τους ερ­γα­ζό­με­νους σε ένα χώρο, ανε­ξαρ­τή­τως της σχέ­σης ερ­γα­σί­ας τους. Να πάμε πέρα από τους δια­χω­ρι­σμούς που βάζει ο ίδιος ο ερ­γο­δό­της, με­τα­σχη­μα­τί­ζο­ντας τα συν­δι­κά­τα σε μορ­φές ενό­τη­τας των ερ­γα­ζό­με­νων. Αυτό ση­μαί­νει, για πα­ρά­δειγ­μα, στο δη­μό­σιο ή στις τρά­πε­ζες τα σω­μα­τεία να εκ­προ­σω­πή­σουν τους ελα­στι­κά ερ­γα­ζό­με­νους, τους «δια­θέ­σι­μους» προς από­λυ­ση, τους ενοι­κια­ζό­με­νους. Δεν πρό­κει­ται για «κα­τα­στα­τι­κό» θέμα, αλλά για ζή­τη­μα πο­λι­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης: ακόμη κι εκεί που υπάρ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά σω­μα­τεία, στό­χος πρέ­πει να είναι το να είναι κοι­νός ο αγώ­νας και κοινά τα αι­τή­μα­τα.
2. Να εί­μα­στε ένα βήμα πιο μπρο­στά από τον αντί­πα­λο: όταν ένα με­γά­λο τμήμα της ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης θα απα­σχο­λη­θεί σε προ­γράμ­μα­τα «κα­τα­πο­λέ­μη­σης της ανερ­γί­ας» μέσω ΜΚΟ, θα πρέ­πει να εί­μα­στε σε θέση να ετοι­μά­σου­με εκεί­νες τις δομές που θα ενο­ποιούν τα συμ­φέ­ρο­ντα αυτών των ερ­γα­ζό­με­νων χωρίς δι­καιώ­μα­τα και θα τα κά­νουν συλ­λο­γι­κή διεκ­δί­κη­ση, πχ με σω­μα­τεία ερ­γα­ζο­μέ­νων σε ΜΚΟ ανά νομό. Αντί­στοι­χα θα πρέ­πει να υπάρ­ξει συν­δι­κα­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση των ανέρ­γων. Δεν υπάρ­χουν πια προ­νο­μια­κοί και μη προ­νο­μια­κοί χώροι πα­ρέμ­βα­σης: όπου βρί­σκε­ται ο κα­θέ­νας, πρέ­πει να μπο­ρεί να ενο­ποιεί συμ­φέ­ρο­ντα και να τα εκ­φρά­ζει συλ­λο­γι­κά. Αλ­λιώς, θα τα εκ­φρά­σει ο ερ­γο­δο­τι­κός συν­δι­κα­λι­σμός ή η ιδιώ­τευ­ση.
3. Οι συ­ντο­νι­σμοί των σω­μα­τεί­ων, είτε επι­μέ­ρους είτε γε­νι­κοί, παί­ζουν πολύ ση­μα­ντι­κό ρόλο. Όπου ενο­ποιεί­ται το κε­φά­λαιο, στους ίδιους «τό­πους» πρέ­πει να ενο­ποιεί­ται και η τάξη: ο διε­θνής συ­ντο­νι­σμός των λι­με­νερ­γα­τών απο­τε­λεί ένα καλό πα­ρά­δειγ­μα. Κάθε συ­ντο­νι­σμός έχει, βέ­βαια, μια βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση: να κα­τα­λα­βαί­νει κάθε κλά­δος ότι η εποχή των εξαι­ρέ­σε­ων ή της κλα­δι­κής επι­βί­ω­σης έχει πε­ρά­σει, και είναι ανα­γκαί­ος ο κοι­νός βη­μα­τι­σμός και η αλ­λη­λεγ­γύη με­τα­ξύ των ερ­γα­ζο­μέ­νων για να ξα­να­κερ­δί­σου­με το οτι­δή­πο­τε. Πέραν του συ­ντο­νι­σμού, θα πρέ­πει να δούμε ακόμη και το εν­δε­χό­με­νο ενο­ποι­ή­σε­ων σω­μα­τεί­ων προ­κει­μέ­νου να είναι πιο ισχυ­ρά στις διεκ­δι­κή­σεις τους.
4. Τα σω­μα­τεία να είναι μα­χη­τι­κά και συ­γκρου­σια­κά, πραγ­μα­τι­κά ανε­ξάρ­τη­τα από την ερ­γο­δο­σία, το κρά­τος, τα κόμ­μα­τα (και τα κόμ­μα­τα της Αρι­στε­ράς). Από την πιο μικρή από­λυ­ση έως τη με­γα­λύ­τε­ρη μάχη, πρέ­πει να πεί­θουν τους ερ­γα­ζό­με­νους να ανα­κτή­σουν την εμπι­στο­σύ­νη τους στις συλ­λο­γι­κές μορ­φές δρά­σης. Η σύ­γκρου­ση θα έχει και χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εμ­φυ­λί­ου εντός των συν­δι­κά­των: θα συ­γκρου­στού­με με τον ερ­γο­δο­τι­κό, τον διε­φθαρ­μέ­νο, τον απερ­γο­σπά­στη. Είναι ανα­γκαίο να προ­σπε­ρά­σου­με το άγχος της Αρι­στε­ράς να τους «εκ­φρά­σει» όλους. Εκ­προ­σώ­πη­ση συλ­λο­γι­κού συμ­φέ­ρο­ντος δεν ση­μαί­νει τον μέσο όρο των (μικρο)συμ­φε­ρό­ντων που θε­ω­ρεί ο κα­θέ­νας ότι έχει, αλλά το κοινό συμ­φέ­ρον των ερ­γα­ζο­μέ­νων απέ­να­ντι στο κε­φά­λαιο. Θα χρεια­στεί να σπά­σου­με αυγά, και όχι να χαϊ­δέ­ψου­με αυτιά.
5. Τα σω­μα­τεία εκ­προ­σω­πούν τα συλ­λο­γι­κά συμ­φέ­ρο­ντα και τις ανά­γκες των μελών τους. Είναι όμως ανά­γκη να ξα­να­δού­με ποιες είναι αυτές οι ανά­γκες σή­με­ρα. Σε μια εποχή που έως και τα μισά μέλη ενός σω­μα­τεί­ου είναι άνερ­γοι, ο τρό­πος που θα επι­βιώ­σουν αυτοί οι άν­θρω­ποι, το επί­δο­μα ανερ­γί­ας, το πώς θα μπο­ρέ­σουν να τρα­φούν, να ντυ­θούν, να μην τους πάρει το σπίτι η τρά­πε­ζα, είναι ζή­τη­μα του ίδιου του συν­δι­κά­του. Όλες οι μορ­φές αλ­λη­λεγ­γύ­ης που ανα­πτύσ­σο­νται, πρέ­πει να μπο­λιά­σουν και τα σω­μα­τεία, με τη λο­γι­κή της αλ­λη­λεγ­γύ­ης με­τα­ξύ των μελών τους, της συλ­λο­γι­κής ορ­γά­νω­σης της επι­βί­ω­σης. Δομές ορ­γά­νω­σης όπως τα Ερ­γα­τι­κά Κέ­ντρα θα έπρε­πε ιδιαί­τε­ρα να εξα­να­γκα­στούν να στρα­φούν σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση: να ανα­λαμ­βά­νουν τη νο­μι­κή στή­ρι­ξη, να δη­μιουρ­γούν συλ­λο­γι­κές κου­ζί­νες και αγο­ρές προ­ϊ­ό­ντων χωρίς με­σά­ζο­ντες. Μορφή τα­ξι­κής αλ­λη­λεγ­γύ­ης είναι και μια κου­ζί­να όπου οι ερ­γα­ζό­με­νοι μπο­ρούν να τρώνε με 4 ευρώ, ώστε οι άνερ­γοι να τρώνε δω­ρε­άν. Και πολ­λές από τις μορ­φές που χρειά­ζο­νται για να γί­νουν πράξη όλα αυτά, βρί­σκο­νται έξω από τα όρια της τυ­πι­κής νο­μι­μό­τη­τας.
6. Τα σω­μα­τεία μπο­ρούν να πάνε πέρα από την αστι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση, σε μια πραγ­μα­τι­κή δη­μο­κρα­τία στο εσω­τε­ρι­κό τους. Η λο­γι­κή της ανά­θε­σης δεν ξε­περ­νιέ­ται παρά μόνο μέσα από τις δη­μο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες που επι­τρέ­πουν σε κάθε μέλος να έχει λόγο για την πο­ρεία του αγώνα και να δε­σμεύ­ε­ται εντέ­λει από τη συλ­λο­γι­κή από­φα­ση. Με το ξε­πέ­ρα­σμα και των ανα­λο­γι­κών προ­ε­δρεί­ων στα σω­μα­τεία: το ζη­τού­με­νο είναι η πο­λι­τι­κή, και όχι η ανα­λο­γι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση.
7. Τα σω­μα­τεία δεν εξα­ντλούν την πάλη τους στον «οι­κο­νο­μι­κό αγώνα». Και δεν εννοώ μόνο τα πο­λι­τι­κά αι­τή­μα­τα, για τη δια­γρα­φή του χρέ­ους, την αμ­φι­σβή­τη­ση της ΕΕ κ.ά. Το πιο ου­σια­στι­κό είναι η ίδια η αμ­φι­σβή­τη­ση και η κα­θη­με­ρι­νή πάλη ενά­ντια στο ρόλο που μας επι­βάλ­λει ο κα­πι­τα­λι­σμός εντός του κα­τα­με­ρι­σμού ερ­γα­σί­ας ως «δε­δο­μέ­νο».
Το αντι­κεί­με­νο της ερ­γα­σί­ας, ο τρό­πος ορ­γά­νω­σης της πα­ρα­γω­γής, η τιμή του προ­ϊ­ό­ντος, το κό­στος μιας δη­μό­σιας επι­χεί­ρη­σης, η γρα­φειο­κρα­τία του Δη­μο­σί­ου, ήταν θέ­μα­τα τα­μπού στον συν­δι­κα­λι­σμό έτσι όπως τον γνω­ρί­ζα­με. Όχι πια. Από τα απερ­για­κά δελ­τία στους κα­τει­λημ­μέ­νους από τους ερ­γα­ζό­με­νους ρα­διο­φω­νι­κούς σταθ­μούς έως τους υπαλ­λή­λους της ΔΕΗ που ξα­να­συν­δέ­ουν το ρεύμα, όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ερ­γα­ζό­με­νοι ανα­κτούν το αντι­κεί­με­νο της ερ­γα­σί­ας τους αμ­φι­σβη­τώ­ντας το ρόλο που τους έχει επι­βάλ­λει ο κα­τα­με­ρι­σμός ερ­γα­σί­ας. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, το πεί­ρα­μα των «εκ­δό­σε­ων των συ­να­δέλ­φων» από το Σω­μα­τείο Βι­βλί­ου-Χάρ­του, τα πει­ρά­μα­τα αυ­το­δα­χει­ρι­ζό­με­νων εφη­με­ρί­δων, και –κο­ρυ­φαίο- το πεί­ρα­μα του ερ­γο­στα­σί­ου της ΒΙΟ­ΜΕΤ, που λει­τουρ­γεί από τους ίδιους τους ερ­γα­ζό­με­νους, είναι τα κα­λύ­τε­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα εγ­χει­ρη­μά­των ερ­γα­τι­κού ελέγ­χου και πρέ­πει να στη­ρι­χτούν.
Τέ­τοιες πρα­κτι­κές δεν είναι «πα­ρα­πλη­ρω­μα­τι­κές» στον κα­θη­με­ρι­νό αγώνα, ούτε είναι μορ­φές «συν­διοί­κη­σης»: ήταν και είναι πρα­κτι­κές αντι­η­γε­μο­νί­ας, που θί­γουν τον πυ­ρή­να της αστι­κής εξου­σί­ας και δί­νουν στους ερ­γα­ζο­μέ­νους την ανα­γκαία αυ­το­συ­νεί­δη­ση και εμπι­στο­σύ­νη στις δυ­νά­μεις τους. Είναι, σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση, τα ανα­γκαία βή­μα­τα για να πι­στέ­ψει η ερ­γα­τι­κή τάξη ότι μπο­ρεί να οι­κο­δο­μή­σει έναν κόσμο δια­φο­ρε­τι­κό, έναν κόσμο χωρίς εκ­με­τάλ­λευ­ση και κα­τα­πί­ε­ση, ξε­κι­νώ­ντας από το πώς μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει η επι­χεί­ρη­ση, το νο­σο­κο­μείο, το υπουρ­γείο τους. Είναι αυτές οι πρα­κτι­κές που μπο­ρούν να κά­νουν τα σω­μα­τεία μορ­φές εν δυ­νά­μει «δυα­δι­κής εξου­σί­ας» και να τα κα­τα­στή­σουν πο­λι­τι­κά επι­κίν­δυ­να.
Αν ξα­να­γυ­ρί­σου­με στην αρχή αυτού του κει­μέ­νου, το ζη­τού­με­νο δεν είναι η δομή ούτε ο συ­σχε­τι­σμός: το ζη­τού­με­νο είναι ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός. Με κάθε δομή και κάθε συ­σχε­τι­σμό που θα βοη­θά­ει να αλ­λά­ξου­με εμείς τα πράγ­μα­τα και όχι εκεί­να εμάς. Για να μην πα­ρε­ξη­γη­θώ: βάλτε στη θέση του όρου συν­δι­κά­το οποια­δή­πο­τε μορφή ορ­γά­νω­σης των ερ­γα­ζο­μέ­νων, από την Συ­νο­μο­σπον­δία έως την επι­τρο­πή αγώνα. Και πάλι, η πο­ρεία με­τα­σχη­μα­τι­σμού έχει ση­μα­σία: είναι επί­πο­νη, αργή, περ­νά­ει από εξάρ­σεις και υφέ­σεις, ενώ­σεις και συ­γκρού­σεις, αλλά πάντα υπό­κει­ται στη βα­σι­κή αρχή: αν δεν κοι­τάς εκεί που θες να πας, θα πας εκεί που κοι­τάς (το χει­ρό­τε­ρο: θα πας εκεί που πήγαν και οι άλλοι…)
Ποιος θα κρε­μά­σει την κου­δού­να στου γάτου την ουρά;
Προ­φα­νώς όλα τα πα­ρα­πά­νω έχουν και τις αντί­στοι­χες απαι­τή­σεις από το συν­δι­κα­λι­στι­κό δυ­να­μι­κό της Αρι­στε­ράς. Όπως και στο πα­ρελ­θόν, θα χρεια­στεί αυ­το­θυ­σία, απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, διά­θε­ση σύ­γκρου­σης, χά­ρα­ξη τα­κτι­κής και στρα­τη­γι­κής και πολ­λές, μι­κρές και με­γά­λες, μάχες που θα μας φέρ­νουν κάθε φορά σε ένα κα­λύ­τε­ρο ση­μείο για να δώ­σου­με την επό­με­νη μάχη μέχρι να κερ­δί­σου­με τον πό­λε­μο. Και από­λυ­ση θα φάμε, και διώ­ξεις, και επι­θέ­σεις, και μά­λι­στα σε μια πε­ρί­ο­δο που δεν αι­σθα­νό­μα­στε καν μια πο­λι­τι­κή Αρι­στε­ρά που να αι­σθα­νό­μα­στε ότι μπο­ρού­με να ακου­μπή­σου­με πάνω της.
Όμως, όπως λέει και ο φι­λό­σο­φος: «Υπάρ­χει συ­νε­πώς πρω­τείο της πο­λι­τι­κής τα­ξι­κής πάλης: αλλά τούτο το πρω­τείο γί­νε­ται κού­φια λέξη όσο η βάση της πο­λι­τι­κής πάλης, η οι­κο­νο­μι­κή τα­ξι­κή πάλη, δεν διε­ξά­γε­ται σε κα­θη­με­ρι­νό επί­πε­δο, ακού­ρα­στα, σε βάθος και με την ορθή γραμ­μή».(Λ. Ατου­σέρ, Τα­ξι­κή πάλη και συν­δι­κα­λι­στι­κοί αγώ­νες). Η Αρι­στε­ρά πρέ­πει να βάλει πλάτη σε αυτόν τον κα­θη­με­ρι­νό αγώνα, και όχι να βρί­σκει ως επι­χεί­ρη­μα τον πο­λι­τι­κό αγώνα για να υπεκ­φύ­γει. Και έχει πολλά να μάθει από την αυ­το­θυ­σία του ρι­ζο­σπα­στι­κού συν­δι­κα­λι­σμού. Του­λά­χι­στον όσα δι­δα­χτή­κα­με, όχι από όλα τα βι­βλία του μαρ­ξι­σμού, αλλά μέσα σε ένα βράδυ από την αυ­το­θυ­σία μιας γυ­ναί­κας με­τα­νά­στριας συν­δι­κα­λί­στριας, της Κων­στα­ντί­νας Κού­νε­βα.
Ίσως όλα τα πα­ρα­πά­νω να ακού­γο­νται ου­το­πι­κά εδώ που βρι­σκό­μα­στε σή­με­ρα. Κι όμως, την ει­κό­να που μπο­ρεί να πε­ρι­γρά­ψει το τι πρέ­πει να κά­νου­με τη βρήκα μέσα σε ένα άρθρο στην Εφ.Συν., άλλο ένα συ­νε­ται­ρι­στι­κό εγ­χεί­ρη­μα που πρέ­πει να στη­ρι­χτεί: «Τον πε­ρα­σμέ­νο Σε­πτέμ­βριο, στις φυ­λα­κές Κο­ρυ­δαλ­λού, κάηκε ολο­σχε­ρώς ο χώρος όπου συ­να­ντιού­νταν οι κρα­τού­με­νοι που έδι­ναν μάχη για να απε­ξαρ­τη­θούν. Το πλήγ­μα ήταν με­γά­λο. Μια νη­σί­δα ελ­πί­δας, για αυ­τούς, δεν υπήρ­χε πια. Μέσα από την κα­τα­στρο­φή όμως ξε­πή­δη­σε και πάλι η ελ­πί­δα. Οι κα­τά­μαυ­ροι από τις φλό­γες και την κάπνα τοί­χοι έγι­ναν ένα είδος καμβά. Ένα σκο­τει­νό πε­ρι­βάλ­λον που απο­κά­λυ­πτε μορ­φές κρυμ­μέ­νες μέσα του. Οι εξαρ­τη­μέ­νοι έγκλει­στοι των φυ­λα­κών μπή­καν στη δια­δι­κα­σία να απο­κα­λύ­ψουν αυτές τις μορ­φές. Πήραν κι­μω­λί­ες και ξε­κί­νη­σαν την προ­σπά­θεια να βγά­λουν αυτές τις μορ­φές και τα σχή­μα­τα από το σκο­τά­δι της κα­πνί­λας και να τα φέ­ρουν στο φως. Ετσι, δίπλα στις σι­δε­ρέ­νιες πόρ­τες, στα πα­ρά­θυ­ρα, άρ­χι­σαν να εμ­φα­νί­ζο­νται μορ­φές, σαν αν­θρώ­πι­νες, σαν πρό­σω­πα, σαν σώ­μα­τα. Ακόμη και σαν ζώα. Οι μορ­φές αυτές γέ­μι­σαν τους κα­μέ­νους τοί­χους κι έφε­ραν την ελ­πί­δα στους φυ­λα­κι­σμέ­νους που προ­σπα­θού­σαν να απε­ξαρ­τη­θούν. Και μαζί με τις μορ­φές στους τοί­χους άρ­χι­σε να ξα­να­γεν­νιέ­ται στους αν­θρώ­πους η φλόγα για τη ζωή και την ελευ­θε­ρία.»
Αυτές τις μορ­φές πρέ­πει να δια­κρί­νου­με κι εμείς στους κα­πνι­σμέ­νους τοί­χους της κοι­νω­νι­κής κα­τα­στρο­φής και να βά­λου­με όλη μας τη φα­ντα­σία και τη δύ­να­μη για να τη φέ­ρου­με στην επι­φά­νεια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

AddThis Smart Layers