Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Αριστερά και αστικοί ανταγωνισμοί


ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΗΝΑΚΑΚΗΣ


Κοινή επίθεση του συνασπισμού εξουσίας Ελληνικό και διεθνές κεφάλαιο
Η οξύτητα που έχει πάρει η επίθεση κυβέρνησης - ΕΕ - ΔΝΤ - κεφαλαίου και ο προκλητικός / κυνικός τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η στάση της ΕΕ και του ΔΝΤ, έχουν φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα του «ξένου παράγοντα», της θέσης της «χώρας» στο διεθνές σκηνικό μ’ έναν τρόπο συχνά σχηματικό, που αποπροσανατολίζει και –κυρίως– αποδρά από το ταξικό επίδικο της ιστορικών διαστάσεων σύγκρουσης που εξελίσσεται γύρω από την κρίση και την αστική απάντηση σ’ αυτή.
Ιδού, λοιπόν, το δίπολο που στήνεται: Από τη μια οι δυνάμεις (από τη Σπίθα ως το μαοϊκό χώρο) που «διαβάζουν» την αντεργατική επιδρομή ως εκδήλωση «εθελοδουλίας» και «υποτέλειας», για να καταλήξουν σ’ ένα αναμάσημα των θεωριών της «εξάρτησης» και σε μια γραμμή νέου ΕΑΜ. Κι από την άλλοι εκείνοι (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) που ...βγάζουν λάδι την ΕΕ, «δείχνοντας» μόνο την κυβέρνηση Παπανδρέου, την τρόικα γενικώς, το ΔΝΤ, κατηγορώντας συλλήβδην και συστηματικά τις αντι-ΕΕ φωνές ως εθνικιστικές και καταλήγοντας σε μια γραμμή διαχείρισης του καπιταλισμού και «επανίδρυσης της ΕΕ». Το ΚΚΕ, που πλέον έχει υποστείλει τη σημαία της εξάρτησης και της υποτέλειας που ανέμιζε δεκαετίες (αλλά τώρα τη θεωρεί αποπροσανατολιστική) και την προπαγάνδα περί μέτρων που εκπορεύονται από το διευθυντήριο των Βρυξελλών, για να μας πει ότι καπιταλισμό είχαμε και πριν και μετά την κρίση, ότι το πρόβλημα κυρίως έχει να κάνει με την κυβέρνηση και το δικομματισμό, κι ότι το κύριο είναι η πάλη για λαϊκή οικονομία - εξουσία (εννοείται, χωρίς επανάσταση) και όχι για αντικαπιταλιστικά αιτήματα του τύπου έξω από την ΕΕ ή διαγραφή του χρέους. Αλλά και τμήματα του αντιεξουσιαστικού χώρου που
–παραδόξως– συγκλίνουν με τη λογική του ΚΚΕ, μιλώντας γενικά και αόριστα για τα αφεντικά και το κράτος και προτείνοντας –επίσης γενικά κι αόριστα– την κατάργησή τους.
Κοινό χαρακτηριστικό των εν λόγω απόψεων είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται (ηθελημένα ή όχι) πως τα μέτρα που προωθούνται αποτελούν ενιαίο και κοινό τόπο του ελληνικού και του διεθνούς (ευρωπαϊκού και υπερ-ατλαντικού), του χρηματοπιστωτικού και του παραγωγικού κεφαλαίου, των θεσμικών του εκφράσεων (κυβέρνηση, ΕΕ, ΔΝΤ κ.λπ.) και των μηχανισμών χειραγώγησης (ΜΜΕ). Δηλαδή, είναι κοινός τόπος συνολικά του αστικού συνασπισμού εξουσίας, στο πλαίσιο του οποίου βέβαια υπάρχει και «καταμερισμός εργασίας» αλλά και οξύτατη σύγκρουση, οικονομική (για τη μοιρασιά της λείας) και πολιτική (για το ρόλο του κάθε κέντρου). Κατά συνέπεια, τα βέλη του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, είναι υποχρεωτικό να στρέφονται με αντικαπιταλιστικό και διεθνιστικό τρόπο, ενιαία και ταυτόχρονα ενάντια στον αστικό συνασπισμό εξουσίας συνολικά και σε κάθε του κρίκο, συνυπολογίζοντας ασφαλώς και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του.
Οπως συμβαίνει σε κάθε σημαντική κρίση, έτσι και σήμερα το κεφάλαιο και το πολιτικό σύστημα προσπαθούν να την υπερβούν αναδιατάσσοντας ριζικά τόσο τις σχέσεις κεφαλαίου - εργασίας, όσο και τις σχέσεις κεφαλαίου - κεφαλαίου. Κι αυτά τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο.
Το πρώτο, λοιπόν, διακύβευμα της αστικής αντι-κρισιακής στρατηγικής περιστρέφεται γύρω από το βασικό μηχανισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, από το μηχανισμό παραγωγής και υπεξαίρεσης υπεραξίας, με στόχο να εκτονωθεί η κρίση υπερσυσσώρευσης και να αναστραφεί η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Στο μέτωπο αυτό –τα βασικό, το θεμελιώδες και γενικά και στη σημερινή κρίση– συγκεντρώνεται η κύρια κατεύθυνση των αστικών προσπαθειών, είτε πρόκειται για προσπάθειες αναδιαρθρωτικού χαρακτήρα είτε για προσπάθειες άμεσης ή έμμεσης συμπίεσης της αξίας της εργατικής δύναμης. Στο μέτωπο αυτό συνασπίζονται ο Γ. Παπανδρέου και ο Ζ. Τρισέ, ο Ν. Σαρκοζί και ο Ντ. Κάμερον, ο Μπ. Ομπάμα και ο Ντ. Στρος Καν, η Α. Μέρκελ και ο κυβερνήτης του Γουισκόνσιν.
Ειδικά στην Ελλάδα, σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικοικονομικό σχηματισμό που πλήττεται βίαια από την κρίση, χάνει ανταγωνιστικούς πόντους και βλέπει τη δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης να συρρικνώνεται και τις ελπίδες για ν’ ανέβει σκαλί στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό πλέγμα να ψαλιδίζονται, η πλευρά αυτή αποκτά εφιαλτικές διαστάσεις. Μοιάζει με χιονοστιβάδα, που απογειώνει την ανεργία και ισοπεδώνει τις εργατικές αποδοχές, σπρώχνοντάς τες συχνά κάτω κι από το φυσικό-βιολογικό όριο της αξίας της εργατικής δύναμης, μεγιστοποιώντας την υπεραξία που αποσπάται από το κεφάλαιο. Αυτή είναι η ουσία της περιβόητης «εσωτερικής υποτίμησης» ή «εσωτερικού αποπληθωρισμού» που, μέσω των περικοπών μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, της αύξησης των έμμεσων και άμεσων φόρων και της αύξησης των τιμολογίων των ΔΕΚΟ, συνθλίβει κατά 30% και πλέον (κάποιοι κάνουν λόγο για 40-50% στην πλήρη ανάπτυξη των μέτρων) τις εργατικές αποδοχές.
Αδιαμφισβήτητα ωφελημένο απ’ αυτά τα μέτρα είναι το ελληνικό κεφάλαιο. Γι’ αυτό –χωρίς καμιά ταλάντευση ως τώρα– ο ΣΕΒ «εγκρίνει και επαυξάνει» το Μνημόνιο και τις επί τα χείρω επικαιροποιήσεις του. Αν, μάλιστα, κάνουμε ένα φλας μπακ στο χρόνο, πολύ εύκολα θα βρούμε μια πλειάδα τοποθετήσεων του ΣΕΒ και των «δεξαμενών σκέψης του», που προτείνουν εδώ και χρόνια τα περισσότερα από τα μέτρα που τώρα ενσωματώνονται στο Μνημόνιο – και αρκετά ακόμη. Μπορεί οι συσχετισμοί να μην επέτρεπαν την επιθετική προώθησή τους –στην έκταση και το βάθος που το κεφάλαιο επιθυμούσε–, ωστόσο η επιδίωξη ήταν σαφής και δεδομένη. Έτσι, όταν έσκασε η βόμβα του χρέους, σαν έτοιμο από καιρό το ελληνικό κεφάλαιο, κινούμενο με το «δόγμα του σοκ», που τόσο εύστοχα περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο ομότιτλο βιβλίο της, έσπευσε να συμπράξει με την ΕΕ και το ΔΝΤ και να στηρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου στην κανιβαλική της επέλαση κατά των εργατικών αναγκών. Το γιατί είναι προφανές: Ελπίζει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ξαναπάρει μπρος η μηχανή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας, θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού κεφαλαίου και θα ισχυροποιηθεί η θέση του στο διεθνές σκηνικό.
Είπαμε, όμως, αυτή είναι η κύρια πλευρά των όπλων που έχει το κεφάλαιο στη φαρέτρα του για να υπερβεί την κρίση. Δεν είναι η μοναδική. Με έναν εξαιρετικά διεισδυτικό και πολύ προφητικό τρόπο, ο Κ. Μαρξ, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, περιγράφει και τους άλλους μηχανισμούς που κινητοποιεί για να αντιρροπήσει την τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και αφορούν το δικό του στρατόπεδο αλλά και το διεθνές σκηνικό.
Στους μηχανισμούς αυτούς, κομβικό ρόλο κατέχουν η συγκέντρωση - συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (κοινώς η απαξίωση των μη κερδοφόρων τμημάτων του κεφαλαίου, η «δημιουργική καταστροφή» του Σουμπέτερ και η ένταση της μονοπώλησης) και οι διάφορες μορφές της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και ολοκλήρωσης. Κοινό στοιχείο των δύο μηχανισμών είναι η προσπάθεια άντλησης –από τις πιο ισχυρές και δη τις πλέον διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου– ενός πρόσθετου κέρδους, ενός υπερκέρδους, το οποίο, προφανώς, δεν προκύπτει από το πουθενά. Προκύπτει από μια ανισόμετρη μοιρασιά της υπεραξίας που έχει αντληθεί από το κεφάλαιο συνολικά, μια μοιρασιά η οποία γίνεται με βάση το συσχετισμό δύναμης και το δίκαιο του ισχυρότερου και μεταφέρει στο ισχυρότερο τμήμα του κεφαλαίου μέρος της υπεραξίας που υπεξαιρέθηκε από άλλους καπιταλιστές ή σε άλλους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Τις βλέπουμε αυτές τις δύο τάσεις ολοκάθαρα μπροστά μας και στην παρούσα κρίση.
Βλέπουμε, κατ’ αρχήν την τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την αναδιάταξη στις ηγετικές μερίδες και την πυραμίδα του συνολικά. Έτσι, τις πρώτες 45 ημέρες του 2011, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις σε πλανητικό επίπεδο ήταν αυξημένες κατά 25% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ η αξία των συμφωνιών στις οποίες εμπλέκονται αμερικανικές εταιρείες είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με πέρσι.
Αρκετά στοιχεία της τάσης αυτής αναφέρονται στο Κείμενο Εργασίας του ΝΑΡ για την καπιταλιστική κρίση, το οποίο αποτελεί βάση συζήτησης για το Πανελλαδικό Σώμα των αρχών Απριλίου. Δυο μόνο πτυχές θα αναφερθούν εδώ. Η πρώτη αφορά το ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος που, παρότι αποτέλεσε τον άμεσο πυροδότη της παρούσας κρίσης, φαίνεται να ισχυροποιείται περαιτέρω, αποσπώντας για λογαριασμό του ένα όλο και αυξανόμενο τμήμα της υπεραξίας που παράγεται στην καπιταλιστική παραγωγή (δηλαδή, από άλλα τμήματα του κεφαλαίου). Η δεύτερη αφορά τη γοργά εξελισσόμενη στην Ελλάδα συντριβή των μικρομεσαίων στρωμάτων –παραδοσιακών, αλλά και νέων– ή και τμημάτων της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης. Εννοείται, βέβαια, ότι ο ανεμοστρόβιλος αυτός θα σαρώσει και μεγάλες –ενδεχομένως και ηγετικές– μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου, οι οποίες δεν θα αντέξουν στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί στην ΕΕ (πράγμα όχι περίεργο ή στενά ελληνικό, αν θυμηθούμε, για παράδειγμα, ότι η Ένρον ή η Λίμαν Μπράδερς ήταν κολοσσοί κι όχι δευτεροκλασάτα ονόματα, κι ότι κολοσσοί για τα ελληνικά δεδομένα ήταν και οι προβληματικές της δεκαετίας του ’80). Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Κ. Μαρξ: «Η μονοπωλιακή τιμή ορισμένων εμπορευμάτων απλώς μεταφέρει ένα μέρος από το κέρδος των άλλων παραγωγών στα εμπορεύματα που πουλιούνται σε μονοπωλιακή τιμή». Αλλά και τη διαπίστωση του Λένιν: «Δεν έχουμε πια μπροστά μας την πάλη του συναγωνισμού των μικρών και των μεγάλων, των τεχνικά καθυστερημένων και των τεχνικά προοδευμένων επιχειρήσεων. Έχουμε μπροστά μας το πνίξιμο από τους μονοπωλητές εκείνων που δεν υποτάσσονται στα μονοπώλια, στο ζυγό τους, στην αυθαιρεσία τους».
Αν, όμως, αυτή η πλευρά ουδόλως αμφισβητείται από τις δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και στο μαρξισμό, η άλλη –αυτή, δηλαδή, που σχετίζεται με το πώς αξιοποιούνται οι διεθνείς καπιταλιστικές σχέσεις για την άντληση υπερκέρδους από τις ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου– προκαλεί πλήθος αντιπαραθέσεων. Πριν προβούμε σε αξιολογικές κρίσεις, οφείλουμε να δούμε μέσα από ποιους δρόμους λειτουργεί αυτή η πλευρά.
Ένας πρώτος δρόμος είναι ο μηχανισμός του χρέους. Ένας μηχανισμός γνωστός από τη δεκαετία του 1980 στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που σήμερα όμως παροξύνεται, καθώς υπερχρεωμένες και μάλιστα σε βαθμό ανώτερο από την Ελλάδα (αν ληφθεί υπόψη το συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό) είναι οι περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, δεν υπάρχει ορατή διέξοδος από αυτή την κατάσταση και πλέον δανειστές δεν είναι κάποιες άλλες χώρες που σταθμίζουν και γεωπολιτικά δεδομένα, αλλά άγρια κερδοσκοπικά κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού τομέα που θυσιάζουν τα πάντα στο γρήγορο και μέγιστο κέρδος. Στις συνθήκες αυτές, η εξυπηρέτηση του χρέους αναδεικνύεται σε μηχανισμό αναδιανομής της παραγόμενης σε μια χώρα υπεραξίας υπέρ των κεφαλαίων - πιστωτών της και εις βάρος του εγχώριου κεφαλαίου της, δηλαδή σε μηχανισμό έμμεσης, διεθνικής εκμετάλλευσης και άντλησης υπερκέρδους από τα κεφάλαια που δάνεισαν τη χώρα - οφειλέτη.
Γύρω από το ζήτημα αυτό, όπως είναι φυσικό, διεξάγεται σκληρότατη ενδοκαπιταλιστική διαπάλη. Με τα κεφάλαια - πιστωτές του ελληνικού καπιταλισμού –διά μέσου του Σπίγκελ– να βγάζουν «στη σέντρα» το ελληνικό κεφάλαιο για τα 600 δισ. που έχει αποθησαυρίσει στις ελβετικές τράπεζες (διεκδικώντας, στην ουσία, τμήμα της υπεραξίας αυτής). Αλλά και τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου να αρχίζουν να «γκρινιάζουν» – προς θεού, όχι για να αμφισβητήσουν τη βασική, άγρια εκμεταλλευτική πλευρά του Μνημονίου, αλλά για να διεκδικήσουν για λογαριασμό τους κάποια περισσότερα λάφυρα από τη αυξημένη μάζα της υπεραξίας που υπεξαιρείται από τους μισθωτούς.


Αντικαπιταλιστική απάντηση

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΝΤΙΠΑΛΕΨΕΙ ΤΟΣΟ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΕΘΝΙΚΑ ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Για τον ίδιο τον εργάτη αποτελεί μιαν υπόθεση δευτερεύουσας σημασίας αν η υπεραξία αυτή, που είναι το αποτέλεσμα της υπερεργασίας ή της απλήρωτης δουλειάς του, τσεπώνεται ολόκληρη από τον κεφαλαιοκράτη βιομήχανο ή αν ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να πληρώνει κομμάτια απ’ αυτή την υπεραξία σε τρίτα πρόσωπα με την ονομασία της γαιοπροσόδου και του τόκου».
Η θέση αυτή του Κ. Μαρξ, διατυπωμένη στο έργο Μισθός, τιμή και κέρδος, δεν μπορεί παρά να είναι ο οδηγός του σύγχρονου εργατικού κι επαναστατικού κινήματος. Μαζί της φαίνεται να… συμφωνεί και ο πρωθυπουργός, που –διερμηνεύοντας τις επιδιώξεις του ελληνικού κεφαλαίου κυρίως σε σχέση με το μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού– δήλωνε πριν μερικές εβδομάδες πως «ακόμη κι αν δεν υπήρχαν το χρέος και το Μνημόνιο, θα έπρεπε να προωθήσουμε τα μέτρα αυτά, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να ατενίσουμε με ελπίδα το μέλλον ως χώρα».
Αλίμονο, συνεπώς, αν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά διαλέξουν ή ξεχάσουν αντιπάλους από την ιερή συμμαχία της που προωθεί τον ορυμαγδό των μέτρων. Αλίμονο αν οι δευτερεύουσας σημασίες συγκρούσεις στο αστικό στρατόπεδο και στο πολιτικό του σύστημα –και θα έχουμε τέτοιες συγκρούσεις, θα είναι πολλές και σκληρές, θα κοντράρουν ενδεχομένως πλευρές της πορείας στην ΕΕ και θα πρέπει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά να τις παίρνει υπόψη, με ταξικό και διεθνιστικό κριτήριο– εννοείται μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι μπροστά μας δεν βρίσκεται μια νέα περίοδος «υποτέλειας», «κατοχής» και «ξεπουλήματος της εθνικής κυριαρχίας και των ασημικών της χώρας» στους Γερμανούς, αλλά μια περίοδος άγριας εκμετάλλευσης, έντασης του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και της ανισομετρίας τόσο σε κάθε εθνικό καπιταλισμό όσο και στην ΕΕ συνολικά, απροκάλυπτης ενίσχυσης του αντιδραστικού - ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της ΕΕ. Κι αυτό δεν απαντιέται ούτε από εθνικιστικές ή εθνικοαπελευθερωτικές θέσεις, ούτε με ένα γενικόλογο αντικαπιταλισμό, ούτε –πολύ περισσότερο– με έναν αναιμικό ή ανύπαρκτο αντιΕΕ προσανατολισμό. Απαντιέται με μια πολιτική ταυτότητα, γραμμή και πρακτική συνάμα διεθνιστική, ταξική και βαθιά αντικαπιταλιστική. Με μια γραμμή που θα κρίνεται στις καθημερινές αναμετρήσεις και στην ενιαία αντιπαράθεση προς όλους τους πυλώνες της νέας αστικής σταυροφορίας.

ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ ΟΞΥΝΣΗ ΕΝΔΟΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ


Η καπιταλιστική διεθνοποίηση και ειδικά η καπιταλιστική ολοκλήρωση τύπου ΕΕ είναι ένας ακόμη δρόμος που αξιοποιεί το κεφάλαιο για να υπερβεί την κρίση, αντλώντας πρόσθετο κέρδος. Η ΕΕ από τη φύση της και όχι λόγω της «στρεβλής οικοδόμησής» της ή της κυριαρχίας των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού λειτουργεί υπέρ της άντλησης υπερκέρδους από το πολυεθνικό κεφάλαιο πολλαπλά. Διαμορφώνοντας ένα λίγο πολύ ενιαίο οικονομικό πλαίσιο, ευνοεί τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, την κατάκτηση θέσεων από τις πολυεθνικές, την εκκαθάριση του πεδίου από τους πιο αδύναμους ανταγωνιστές τους (διά μέσου της συντριβής ή της εξαγοράς), την εξαγωγική πανκυριαρχία τους. Ευνοεί, με άλλα λόγια, όχι τη σύγκλιση, όπως βαυκαλίζονται οι ευρωλάγνοι κάθε απόχρωσης –αλλά την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη– μια τάση που με ιδιαίτερη ενάργεια ανέδειξε ο Λένιν σε αρκετά έργα του και ιδίως στον Ιμπεριαλισμό. Εκδήλωση αυτής της τάσης είναι το γεγονός ότι η κερδοφορία των γερμανικών πολυεθνικών και τα εμπορικά πλεονάσματα του γερμανικού καπιταλισμού ισοδυναμούν περίπου με τα ελλείμματα και τα χρέη των λεγόμενων PIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία).
Η παράμετρος αυτή παροξύνεται στις συνθήκες της κρίσης και στο πλαίσιο της αναδυόμενης αστικής στρατηγικής για την υπέρβασή της. Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας (στην καθαρά «γερμανική» ή σε μια πιο λάιτ εκδοχή) αποτυπώνει ακριβώς αυτή την τάση. Καθώς, το νέο τοπίο που θα διαμορφώσει, ενοποιώντας περαιτέρω τους κανόνες λειτουργίας των ευρωπαϊκών οικονομιών, θα εντείνει την άντληση πρόσθετου κέρδους από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές πολυεθνικές (του παραγωγικού ή χρηματοπιστωτικού τομέα) και την ανισομετρία. Κι αυτό γιατί, η αγριότητα της κρίσης θα κάνει ακόμη πιο άγριο τον ανταγωνισμό για τη μοιρασιά της υπεραξίας και τη διάθεση των εμπορευμάτων, ακόμη πιο σαρωτική την προσπάθεια ενίσχυσης των κερδών διά μέσου των οικονομιών κλίμακας (κοινώς, διά μέσου των εξαγορών ή συγχωνεύσεων) και ακόμη πιο φειδωλό το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο στη διάθεση κονδυλίων τύπου ΕΣΠΑ, αγροτικών επιδοτήσεων κ.λπ.
Πώς πρέπει να απαντήσει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά σε αυτή την κατάσταση; Ανάγοντας σε κύρια τη δευτερεύουσα πλευρά του χαρακτήρα της ΕΕ (ανισομετρία) και της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΕ, και μιλώντας στο όνομα της «χώρας» και όχι στο όνομα του κόσμου της εργασίας και του «έθνους των εργαζομένων»; Υποβαθμίζοντας την αντιπαράθεση στην ΕΕ ή υιοθετώντας έναν τύπο αντιπαράθεσης, που μένει στα «ρηχά» και συκοφαντεί κάθε γραμμή σύγκρουσης με την ΕΕ ως εθνικιστική και ευάλωτη στη χειραγώγηση από αστικές δυνάμεις –που είναι;– που αντιπαρατίθενται στην ΕΕ; Ή με τη λογική του ΚΚΕ που αντιμάχεται την ΕΕ, όμως υποβαθμίζει τις εναντίον της αιχμές και το αίτημα της αποδέσμευσης με πρόσχημα τη συνολική αντίθεση στα μονοπώλια και την αντίθεση στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (που ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν καθοριστικά); Το ΚΚΕ συνδέει την έξοδο από την ΕΕ με την ακαθόριστη «λαϊκή εξουσία - οικονομία» και όχι με την πορεία της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, και ακροβατεί, ανάλογα με τις σκοπιμότητες του ενδοαριστερού εμφύλιου που έχει κηρύξει, ανάμεσα στο γραμμή της «αντίστασης στο διευθυντήριο της ΕΕ» και στη γραμμή που χαρακτηρίζει ως λάθος τα περί «κατοχής» και «υποτέλειας».
Η μόνη γραμμή που μπορεί να απαντήσει στη νέα κατάσταση είναι η γραμμή της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από διεθνιστική κομμουνιστική σκοπιά, ως κρίκου προσέγγισης στην επανάσταση ή ως ένα από τα κομβικά ζητήματα που θα λύσει η επανάσταση. Ως εθνική συμβολή στο διεθνικό στόχο της διάλυσης της ΕΕ, της κατάργησης των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και των διεθνικών αστικών πλαισίων, της εργατικής διεθνοποίησης στην Ευρώπη και όλο τον κόσμο.
εφ.Πρίν( 6/3/11)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

AddThis Smart Layers